Η ομαδική σφαγή των φαντάρων στην Μακρόνησο. Η εκκαθαριστική επιχείριση του στρατού για να διαλύσει τους αριστερούς «στασιαστές». Τι απέγιναν τα πτώματα…

Στις 29 Φεβρουαρίου και 1η Μαρτίου 1948 φαντάροι του τάγματος Σκαπανέων θανατώθηκαν στη Μακρόνησο ως «επικίνδυνοι κομμουνιστές»….

Επρόκειτο για στρατιώτες που κατά τη διάρκεια της κατοχής είχαν ενταχθεί σε αριστερές αντιστασιακές οργανώσεις, όπως το ΕΑΜ και την ΕΠΟΝ, και μετά τον πόλεμο κατά την διάρκεια του εμφυλίου, οδηγήθηκαν στη Μακρόνησο σε μια προσπάθεια «εξυγίανσης» του Εθνικού Στρατού από «ύποπτους» στρατιώτες.

Η επίσημη ανακοίνωση ανέφερε «17 νεκρούς και 61 τραυματίες από τους στασιαστές και 4 από τη φρουρά μετά από λιθοβολισμό». Η εκδοχή των επιζώντων είναι ότι οι νεκροί έφθασαν τους 50-60. Αργότερα ο καϊκέρης που μετέφερε τα πτώματα μίλησε για 350.

Η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης ξεκίνησε έναν χρόνο πριν, στις 19 Φεβρουαρίου 1947. Στόχος ήταν να διατηρηθεί η μαχητική ικανότητα του κυβερνητικού Εθνικού Στρατού ο οποίος πολεμούσε κατά του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στον εμφύλιο. Αρχικά μεταφέρθηκαν στο άγονο νησί 1.100 μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ. Μέχρι τις αρχές του 1948 εστάλησαν 15.000 οπλίτες οι οποίοι ήταν ύποπτοι για τα πολιτικά τους φρονήματα. Ακολούθησε, τον ίδιο χρόνο, η δημιουργία στρατοπέδου για πολίτες εξόριστους από άλλα νησιά, όπως ο Άγιος Ευστράτιος, η Λήμνος και η Ικαρία.

Α’ Τάγμα Σκαπανέων Μακρονήσου (Πηγή φωτογραφίας: Μακρόνησος Ψηφιακό Αρχείο)

Η άοπλη στρατιωτική θητεία δεν αποσκοπούσε μόνο στον έλεγχο στράτευσης των ανδρών εν μέσω εμφυλίου. Οι φαντάροι – κρατούμενοι έμεναν σε αντίσκηνα, με περιορισμένη διατροφή και έλλειψη νερού. Δέχονταν ψυχολογική πίεση με μαθήματα «εθνικού προβληματισμού» αλλά και βασανιστήρια ώστε να αποκηρύξουν με γραπτές «δηλώσεις μετανοίας» τα φρονήματά τους.

Μέρος της διαδικασίας αναμόρφωσης ήταν οι επιστολές που θα έπρεπε να συντάξει ο «ανανήψας» και οι οποίες απευθύνονταν στο δάσκαλο του χωριού του, τον παπά ή τον κοινοτάρχη. Ο Ανανήψας έπρεπε να κάνει ομιλίες προς τους υπόλοιπους φαντάρους με τις οποίες θα δήλωνε με έντονο τρόπο την πίστη του στα ιδανικά της πατρίδας και θα πιστοποιούσε την μεταμέλειά του, όπως και την αποκήρυξη του κομμουνισμού.

Το χρονικό

Την Κυριακή 29 Φεβρουαρίου 1948, ο αρχιμανδρίτης Στυλιανός Κορνάρος επισκέφτηκε τη Μακρόνησο προκειμένου να πραγματοποιήσει λειτουργία. Κατόπιν εντολής των αξιωματικών, περίπου πέντε χιλιάδες στρατιώτες ξεκίνησαν να συγκεντρώνονται στο θέατρο για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία.

  Λεγραινά: Η γαλάζια και αυθεντική παραλία την Αττική

Την ίδια ώρα, αλφαμίτες οδηγούσαν μια μικρή ομάδα φαντάρων, βρίζοντας και χτυπώντας τους. Οι αλφαμίτες (ΑΜ – Αστυνομία Μονάδος) ήταν ειδικό τμήμα υπεύθυνο για την εσωτερική ασφάλεια των μονάδων στο στρατόπεδο της Μακρονήσου.

Οι υπόλοιποι φαντάροι, στο άκουσμα των βωμολοχιών προς τους συναδέλφους τους, φώναζαν δυνατά «αίσχος, αίσχος» και διαμαρτύρονταν για την συμπεριφορά των αλφαμιτών.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του τότε φαντάρου, Διονύση Γεωργάτου, οι φωνές διαμαρτυρίας των φαντάρων γίνονταν ολοένα και περισσότερες και τότε ακούστηκε ο πρώτος πυροβολισμός από τον διοικητή της Αστυνομικής Μονάδας Καστρίτση.

Οι μαρτυρίες απο την πλευρά των στρατιωτών αναφέρουν ακόμη ότι ο υποδιοικητής της φρουράς Σαλβαράς πυροβόλησε αμέσως μετά, δίνοντας το σύνθημα «Πυρ». Οι αλφαμίτες ξεκίνησαν να πυροβολούν στο ψαχνό, ενώ οι χιλιάδες φαντάροι έπεφταν καταγής να ξεφύγουν απ’ τις σφαίρες. Οι νεκροί της πρώτης μέρας ήταν πέντε: Θωμάς Ζάχος, Σιβρής Βέργος, Βασίλης Λαντούρης, Βαγγέλης Σακαγιάννης, Θανάσης Λάμπρος και οι βαριά τραυματίες ήταν 10. Οι νεκροί μεταφέρθηκαν σε μια άδεια σκηνή στο κέντρο του στρατοπέδου.

1η Μαρτίου 1948. Από τα μεγάφωνα καλούσαν τους φαντάρους να διαχωρίσουν τη θέση τους από τους κομμουνιστές που «στασίασαν». Όσοι θα το έκαναν θα έπρεπε να υπογράψουν δήλωση. Επρόκειτο για τελεσίγραφο που ουσιαστικά προανήγγειλε την επίθεση που ακολούθησε.

Η μεγάλη σφαγή

Ξημερώματα της 1ης Μαρτίου, μια ακταιώρος υπό την καθοδήγηση του στρατοπεδάρχη της Μακρονήσου, ταξίαρχου Μπαϊρακτάρη μαζί με άλλες ένοπλες δυνάμεις είχαν περικυκλώσει το νησί. Από το μεγάφωνο της ακταιώρου ακούστηκε η φωνή του αξιωματικού:

«Προσοχή, προσοχή! Σας μιλά ο διοικητής Μπαϊρακτάρης. Κάματε μια απερισκεψία. Μερικά καθάρματα κομμουνισταί σας παρέσυραν εις στάσιν κατά της πατρίδος. Διαχωρίστε τη θέση σας από τους πρωταίτιους. Συγκεντρωθείτε στον 7ο Λόχο. Το κράτος δε θα υποχωρήσει«.

Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες δεν υπάκουσαν.

Διοικητής του στρατοπέδου μέχρι την άνοιξη του 1950 ήταν ο ταξίαρχος Γεώργιος Μπαϊρακτάρης. Στην φωτο εικονίζονται οι Μπαϊρακτάρης και Εξαρχάκος. Φωτογραφικό αρχείο Νίκου Μάργαρη

Η πρώτη επίθεση ενάντια στους ανυπάκουους σκαπανείς έγινε από ροπαλοφόρους. Οι φαντάροι αντεπιτέθηκαν και κατάφεραν να πάρουν τα ρόπαλα από τους περισσότερους, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αποχωρήσουν. Στα επόμενα δεκαπέντε λεπτά, ακούστηκε η σάλπιγγα και με εντολή του υπολοχαγού Μιχάλη Μπαρούχου ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί στις σκηνές των λόχων.

  Αυτά είναι τα χρήματα που θα πάρουν οι Κοινότητες από τις ανεμογεννήτριες (λίστα-ποσά-απόφαση για όλη την Ελλάδα)

Ο τύπος της εποχής φιλοξένησε την εκδοχή της εξέγερσης των στρατιωτών που επιτέθηκαν με πέτρες εναντίον των φρουρών. Έτσι η στρατιωτική ηγεσία δικαιολόγησε τη χρήση όπλων εναντίον τους (απόσπασμα από εφημερίδα «Ελευθερία»)

Πυροβολισμοί έπεφταν ασταμάτητα, για τέσσερις ώρες. Οι περισσότεροι νεκροί ανήκαν στο Α’ Τάγμα Σκαπανέων (Α’ ΕΤΟ), το οποίο αποκαλούσαν και ως «κόκκινο τάγμα» γιατί οι στρατιώτες αρνήθηκαν να υπογράψουν «δήλωση μετάνοιας» όταν έφτασαν στη Μακρόνησο. Τα πτώματα των σκαπανέων μεταφέρθηκαν στη βραχονησίδα Άγιος Γεώργιος (Σαν Τζόρτζιο) και τα βύθισαν στη θάλασσα τυλιγμένα με συρμάτινα δίχτυα.

Ο καπετάνιος του καϊκιού που μετέφερε τα πτώματα στο νησάκι Σαν Τζόρτζιο, Μίμης Βονταρίτης

Μέχρι σήμερα δεν έχει γνωστοποιηθεί ο ακριβής αριθμός των νεκρών. Ο καπετάνιος του καϊκού, Μίμης Βρονταμίτης, που μετέφερε τα πτώματα στο Σαν Τζόρτζιο έχει δηλώσει πως καταμέτρησε ο ίδιος 350 νεκρούς. Στην μαρτυρία του αναφέρει:

«Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί όλοι – όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν – έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου«.

Ακόμα και οι επίσημες αναφορές διαφωνούν μεταξύ τους για τον αριθμό των θυμάτων: 11 ή 16 κρατούμενοι έχασαν τη ζωή τους και 54 τραυματίστηκαν. Οι πολιτικοί κρατούμενοι υποστηρίζουν ότι σκοτώθηκαν 50-60 άτομα.

Μετά τη δολοφονική επίθεση, οι κρατούμενοι στρατιώτες μεταφέρθηκαν στον χώρο του 7ου λόχου, όπου πολλοί μετά από απειλές και ξυλοδαρμούς υπέγραψαν δηλώσεις μετανοίας. Ο επίλογος των αιματηρών γεγονότων γράφτηκε τον Μάιο του 1948, όταν 114 στρατιώτες δικάστηκαν για «στάση» στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών. Πέντε κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο (δεν εκτελέστηκαν), πέντε σε ισόβια και άλλοι 32 σε μικρότερες ποινές.

Κατά το Γενικό Επιτελείο Στρατού, μέχρι τον Οκτώβριο του 1949 είχαν «αναμορφωθεί» 25.000 οπλίτες και αξιωματικοί. Έχει υπολογιστεί ότι κατά τα έτη 1947-1950 πέρασαν από τη Μακρόνησο 27.000 απλοί στρατιώτες, 1.100 αξιωματικοί και 30.000 πολίτες.

Αντλήθηκαν πληροφορίες από «Μακρόνησος Ψηφιακό Μουσείο»

↓ Σχολιάστε εδώ μέσω του λογαριασμού σας στο facebook ↓