Το εκπληκτικό βίντεο από το πλημμυρισμένο ορυχείο Ιλάριον στο Λαύριο: Έργο τριετούς προσπάθειας [ιστορία]

Πρόσφατα Άρθρα

Ολόκληρη η διαδρομή στο ορυχείο Ιλάριον από την είσοδο του μέχρι το νερό ακολουθούμενη από υποβρύχια χαρτογράφηση και βιντεοσκόπηση ως το τέρμα του πλημμυρισμένου τμήματος από την καταδυτική ομάδα Addicted2Η2Ο.

Η χαρτογράφηση έγινε από τον τοπογράφο μηχανικό Γιάννη Ψαλτάκη με τη ειδικής συσκευής Laser. Οι καταδύσεις πραγματοποιήθηκαν από το 2019 ως και το 2022 από τους δύτες ορυχείων Ερρίκο Κρανιδιώτη και Στέλιο Σταματάκη και χρησιμοποιήθηκαν ιδιοκατασκευές της καταδυτικής ομάδας όπως τα βίντεο φώτα, η βάση της κάμερας και το VPLOTTER για την χαρτογράφηση και κινηματογράφηση των πλημμυρισμένων στοών.

Η είσοδος σημειώνεται με την κόκκινη “νεφώδη” κηλίδα. Στη συνέχεια προχωρούμε προς Βορρά, στη στοά υπό κλίση που απεικονίζεται με πορτοκαλί απόχρωση. Περιηγούμαστε στις στοές σε τέσσερα επίπεδα που αποτυπώνονται με πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο και μπλε απόχρωση ανάλογα με την προοδευτική αύξηση του βάθους.

Το 4ο επίπεδο, που παρίσταται με την μπλε απόχρωση, βρίσκεται σε βάθος 150 μέτρα περίπου, από την επιφάνεια του εδάφους και είναι πλημμυρισμένο κατά τμήματα, από όπου στη συνέχεια έγινε κατάδυση για υποβρύχια εξερεύνηση, χαρτογράφηση, και βιντεοσκόπηση του πλημμυρισμένου 5ου επιπέδου που βρίσκεται βαθύτερα.

Η ιστορία των μεταλλείων του Λαυρίου

Σύμφωνα με τη el.wikipedia.org

Με τη γενική ονομασία μεταλλεία Λαυρίου φέρεται μια σειρά μεταλλείων και μεταλλευτικών εγκαταστάσεων που υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή του Λαυρίου και έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης επί περίπου 5. χρόνια.

Τα μεταλλεύματα του αργύρου στη περιοχή του λαυρίου είναι κυρίως μεταλλεύματα μολύβδου και αργύρου.

Τα μεταλλεία στην περιοχή του Λαυρίου είναι από τα αρχαιότερα μεταλλεία στον Ελλαδικό χώρο. Η μεταλλευτική δραστηριότητα σε αυτά χρονολογείται από το 3. π.Χ., (ίχνη εξορύξεως χαλκού στην περιοχή Θορικού) αλλά η συστηματική εκμετάλλευσή τους αρχίζει με τη γέννηση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας το 508 π.Χ. από τον Κλεισθένη. Τα μεταλλεία του Λαυρίου υπήρξαν η κύρια πηγή πλούτου της Αθήνας κατά την κλασική εποχή (5ος και 4ος π.Χ. αιώνας).

Η πρώτη που βασίστηκε στα μεταλλεία αυτά υπήρξε προγενέστερη της εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας, όπως αυτή τοποθετείται από τους ιστορικούς: Ήταν η κοπή ενός από τα πρώτα αργυρά νομίσματα στον κόσμο, της αθηναϊκής δραχμής, γύρω στο 580 π.Χ. Γύρω στα 512 π.Χ. η Αθήνα υποχρεώθηκε να βασιστεί αποκλειστικά στα μεταλλεία του Λαυρίου, καθώς οι Πέρσες είχαν εισβάλει στη Βόρεια Ελλάδα. Οι πρόσοδοι από τα μεταλλεία αυτά έγιναν αισθητές γύρω στο 500 π.Χ., ενώ οι πολεμικές προετοιμασίες απόκρουσης των Περσών (Μάχη του Μαραθώνα) βασίστηκαν στον άργυρο που εξορυσσόταν στα μεταλλεία.

Το 482 π.Χ. εντοπίζεται ένα νέο μεγάλο αργυρούχο κοίτασμα στην περιοχή και ο Θεμιστοκλής πείθει τους Αθηναίους να διατεθούν τα προερχόμενα από αυτό έσοδα για την κατασκευή ενός ισχυρού στόλου. Η Αθήνα διέθετε ήδη 70 πολεμικά πλοία και με τα χρήματα από τα μεταλλεία κατασκεύασε άλλα 130. Με τα πλοία αυτά η Αθήνα κατάφερε να αποκρούσει τις δυνάμεις του Ξέρξη, ο οποίος έχοντας περάσει τις Θερμοπύλες κατέβαινε προς την πόλη. Ο αθηναϊκός στόλος, έχοντας αποκτήσει την απαιτούμενη ισχύ, καταναυμάχησε τον Περσικό στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, στερώντας έτσι τις Περσικές δυνάμεις ξηράς από τις προμήθειες και τη δυνατότητα ανεφοδιασμού τους.

Τα μεταλλεία έχασαν προσωρινά την αξία τους, όταν η Αθήνα έχασε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Επανήλθαν προσωρινά σε αξιόλογη εκμετάλλευση επί εποχής Λυκούργου κατά τον 4ο αιώνα, ωστόσο η ανακάλυψη νέων μεταλλείων στη Βόρεια Ελλάδα και η αθηναϊκή παρακμή τα έθεσαν στο περιθώριο.

Τελικά, οι μεταλλευτικές δραστηριότητες διακόπηκαν ολοσχερώς τον 2ο αιώνα, επειδή, πρώτον η εξόρυξη, φθάνοντας σε βάθη 100 μ., συνάντησε νερό στις στοές, δεύτερον, οι Ρωμαίοι βρήκαν πολύ δύσκολη και την επεξεργασία του μεταλλεύματος και τρίτον, οι Ρωμαίοι άρχισαν την εκμετάλλευση των πλούσιων κοιτασμάτων αργύρου στην Ισπανία, με αποτέλεσμα τα μεταλλεία Λαυρίου να χάσουν τα πρωτεία στην παραγωγή αργύρου παγκοσμίως, μια θέση που κατείχαν για σχεδόν μία χιλιετία.

Υπολογίζεται ότι από τον 7ο μέχρι το 1ο αιώνα π.Χ. από τα μεταλλεία εξορύχθηκαν 3.500 τόνοι αργύρου και 1.400. τόνοι μολύβδου.

Η μέγιστη παραγωγή παρατηρήθηκε κατά τα κλασσικά χρόνια με μέση ετήσια παραγωγή 30 τόνους αργύρου.

Νεότερα χρόνια

Τα μεταλλεία παρέμειναν σε αδράνεια μέχρι το 19ο αιώνα μ.Χ. Το 1860 ο Ανδρέας Κορδέλλας (1836 – 1909), μεταλλειολόγος γεννημένος στη Σμύρνη με σπουδές στο Φράιμπουρκ της Γερμανίας επισκέπτεται την περιοχή και διαβλέπει σημαντική οικονομική προοπτική με την ανάτηξη των σκωριών και την επεξεργασία των εκβολάδων.

Έρχεται σε επαφή με τον Τζιανμπατίστα Σερπιέρι (1832-1897), Ιταλό επιχειρηματία, του οποίου η οικογένεια ήδη ασχολείτο με παρόμοιες εργασίες εκμετάλλευσης σκωρίας ρωμαϊκής εποχής ορυχείων στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας. Ο Σερπιέρι διαβλέπει επίσης την οικονομική δυνατότητα που του προσφέρει το Λαύριο και, το 1864, ιδρύει την εταιρεία “Roux – Serpieri – Fressynet C.E.” (ή “Hilarion Roux et Cie”) εν μέρει με δικά του κεφάλαια αλλά και με συμμετοχή του γαλλικού (έδρα στη Μασσαλία) τραπεζικού οίκου “I. Roux-Fressynet”.

Η εταιρεία διατηρείται μέχρι το 1873, έχοντας μετονομαστεί σε “Ελληνική Εταιρεία των Μεταλλουργείων Λαυρίου”, κατασκευάζοντας εγκαταστάσεις στο λιμένα του Λαυρίου, στη θέση “Εργαστηριάκια” και αναλαμβάνει την παραγωγή αργυρούχου μολύβδου από τις σκωρίες. Το 1865 διαθέτει 18 καμίνους, εγκαταστάσεις μεταλλοπλυσίας, μηχανουργείο και σιδηρόδρομο, απασχολώντας, το 1867, 1.200 εργαζόμενους, τεράστιο αριθμό για την εποχή.

Το 1869 ανακύπτει το Λαυρεωτικό ζήτημα, καθώς η εταιρεία διεκδικεί από το ελληνικό κράτος τις αρχαίες εκβολάδες, με αποτέλεσμα τη σύγκρουσή της με αυτό. Η λύση στο ζήτημα που προέκυψε ήταν, μετά από διαπραγματεύσεις, να δημιουργηθούν δύο εταιρείες: Η Εταιρεία των Μεταλλουργείων Λαυρίου (ελληνική) και η “Μεταλλεία Καμάριζας” (1873). Το 1876 η δεύτερη παραχωρεί τη θέση της στην γαλλική εταιρεία “C.F.M.L. (Compagnie Francaise des Mines du Laurium)”, την οποία ιδρύει και πάλι ο Σερπιέρι και κατασκευάζει νέο εργοστάσιο στη θέση “Κυπριανός”.

Η εταιρεία αυτή θα επιζήσει μέχρι το 1877 και το Λαύριο ακολουθεί έκτοτε την πορεία των δύο νέων εταιρειών: Οικίες και καταστήματα ανήκαν στις εταιρείες, που έχουν αναλάβει και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των εργαζομένων, την κατασκευή σχολείων, ναών, λιμενικών εγκαταστάσεων.

Το 1880 εμφανίζεται η πρώτη σοβαρή κρίση: Οι τιμές του μολύβδου πέφτουν διεθνώς και οι εταιρείες αντιμετωπίζουν οικονομική κρίση. Το βασικό πλήγμα και στις δύο το επέφερε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το 1930 η ελληνική εταιρεία εκποιείται σε μια βρετανική, η οποία διακόπτει τις εργασίες, ενώ η γαλλική συνεχίζει, αλλά με μειωμένες δραστηριότητες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και ενώ ο πληθυσμός της πόλης έχει μειωθεί κατά 50%, εγκαθίστανται σε αυτήν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που της δίνουν νέα ζωή. Η γαλλική εταιρεία επιζεί και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και, τη δεκαετία του 1950, αρχίζει και πάλι η εντατική εκμετάλλευση των σκωριών, των εκβολάδων και των μεταλλείων.

Η εταιρεία, ωστόσο, αναγκάστηκε να διακόψει τις μεταλλευτικές της δραστηριότητές το 1977 και τις μεταλλουργικές το 1982, ως συνέπεια της αποβιομηχάνισης που επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα τη δεκαετία του ’80. Τότε δημιουργήθηκε στη θέση της η κρατική εταιρεία ΕΜΜΕΛ (Ελληνική Μεταλλευτική Μεταλλουργική Εταιρία Λαυρίου) η οποία διέκοψε την λειτουργία της το 1989. Οι περισσότερες μονάδες διέκοψαν τη λειτουργία τους και περισσότερο από το 20% των κατοίκων της πόλης, έχοντας πληγεί από την ανεργία, την εγκαταλείπουν.

Το 1992 το εργοστάσιο της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου στον Κυπριανό ήρθε στην κυριότητα του Υπουργείου Πολιτισμού, κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο και παραχωρήθηκε στο ΕΜΠ, το οποίο το 1995 δημιούργησε εκεί το Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου.

Η γεωλογία και τα μεταλλεία

Η κύρια γεωλογική δομή της Λαυρεωτικής αποτελείται από δύο κύριες τεκτονικές ενότητες την Ανώτερη Τεκτονική Ενότητα (UTU) από σχιστολίθους με παρεμβολές μαρμάρων και την Κατώτερη Τεκτονική Ενότητα (LTU), που συνίσταται από το Ανώτερο Μάρμαρο (UM), τους ενδιάμεσους μαρμαρυγιακούς σχιστολίθους (σχιστόλιθοι Καισαριανής ή Καμάριζας) (SCH) και το Κατώτερο Μάρμαρο (LM), σε επάλληλη με σχεδόν οριζόντια ανάπτυξη. Τρεις κύριες γεωλογικές επαφές αποτέλεσαν από την αρχαιότητα αλλά και από τους νεότερους μεταλλευτές, αντικείμενο έρευνας και εκμετάλλευσης αργυρομολυβδούχων κοιτασμάτων του Λαυρίου.Σε όλες τις επαφές αναπτύχθηκαν διαχρονικά διάφορες μεταλλευτικές εκμεταλλεύσεις.

Τα σημαντικότερα μεταλλεία βρίσκονται στην περιοχή του οικισμού Πλάκα, περίπου 6 χλμ. βόρεια του Λαυρίου, και στην περιοχή Καμάριζα ή Αγίου Κωνσταντίνου, 5 χλμ δυτικά της πόλης.Η ευρύτερη περιοχή του σημερινού οικισμού της Πλάκας Λαυρεωτικής απετέλεσε σημαντικό μεταλλευτικό κέντρο τόσο κατά την αρχαία όσο και κατά την νεώτερη περίοδο εκμετάλλευσης των μεταλλείων του Λαυρίου. Εντοπίζεται στην κεντρική ζώνη μεταλλοφορίας της Λαυρεωτικής και απέχει 8 χιλιόμετρα από την πόλη της Κερατέας και 6 χιλιόμετρα από το Λαύριο. Ήταν σίγουρα το σημαντικότερο μεταλλευτικό συγκρότημα της Βόρειας πλευράς της Λαυρεωτικής με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη να χρονολογείται στο τέλος του 19ου αι. και τις αρχές του 20ου αι.

Διάσπαρτα σε όλη την περιοχή βρίσκονται εκατοντάδες μικρά μεταλλεία, φρέατα, στοές και διανοίξεις, οι περισσότερες με διεύθυνση από Β προς Ν προς την περιοχή του Σουνίου. Πολλές εκβολάδες βρίσκονται σε κοιλώματα ή επί της ακτής της Λαυρεωτικής, ενώ η επίδραση του θαλασσινού νερού στα κατάλοιπα των αρχαίων εξορύξεων έχει δημιουργήσει πολλά ορυκτά, ορισμένα από τα οποία ανευρίσκονται τυπικά στην περιοχή και την χαρακτηρίζουν (type localities, εν συνόλω 19 ορυκτά)[9] . Άλλες περιοχές με μεταλλευτικές / εξορυκτικές δραστηριότητες είναι η Έλαφος, ο Θορικός, η Σουρέζα, το Βρωμοπούσι, ενώ εκτείνονται μέχρι την περιοχή του Σουνίου.

Μερικά από τα κυριότερα μεταλλεία είναι τα εξής:

  • Μεταλλείο Αδάμη αρ. 2
  • Χριστιάνα
  • Ζαν Μπατίστ
  • Ιλάριον – km3
  • Ορυχείο Πλάκας αριθ. 80
  • Σερπιέρι
  • Σούνιο, ορυχεία αριθ. 6 και 19

Ορυκτά των μεταλλείων

Στα μεταλλεία ανευρίσκονται 650 και πλέον ορυκτά, εξ ων τα 23 αποτελούν χαρακτηριστικά για την περιοχή (type localities, TL). Στη Λαυρεωτική γη απαντώνται εκτός από τα ορυκτά των μεταλλείων και τα ορυκτά σκωρίας-λιθαργύρων (slag minerals), τα οποία η IMA τα έχει ονομάσει ανθρωπογενή και δεν ονοματοδοτούνται κατά την ανακάλυψή τους παρά μόνο όταν βρεθούν και στο φυσικό περιβάλλον. Υπολογίζετε πως επί συνόλου στη Λαυρεωτική γη απαντώνται 750 και πλέον ορυκτά, εξ ων τα 29 αποτελούν χαρακτηριστικά για την περιοχή (type localities, TL).

Δείγματα αυτών των ορυκτών είναι, ακόμη και σήμερα, περιζήτητα από συλλέκτες και μουσεία, καθώς απαντούν σε μοναδικούς σχηματισμούς, όπως ο αγαρδίτης, ο σερπιερίτης, ο θορικοσίτης, ο λαυριονίτης , ο καμαριζαΐτης, ο γεωργιαδεσίτης κ. ά. Πολλά από τα ορυκτά αυτά εκτίθενται στο Ορυκτολογικό Μουσείο Λαυρίου και το Ορυκτολογικό-Μεταλλευτικό Μουσείο Καμάριζας Λαυρίου. Κάθε χρόνο ανακαλύπτονται και νέα ορυκτά από την περιοχή της Λαυρεωτικής που ταυτοποιούνται διεθνώς από την ΙΜΑ (International Mineralogical Association) ως παγκοσμίως πρωτότυπα ορυκτά.

Το μουσείο του Αγίου Κωνσταντίνου στην Καμάριζα, στεγάζεται σε κτίριο του κεντρικού μεταλλευτικού φρέατος. Το κτίριο που στέγαζε την εποχή της λειτουργίας των μεταλλείων , τον μηχανισμό κίνησης του πύργου αναδείχθηκε στη σύγχρονη εποχή σε ένα μικρό αλλά αξιόλογο Ορυκτολογικό Μουσείο. Ορυκτά, εργαλεία, τα μηχανήματα που διασώζονται, φωτογραφίες, κείμενα κλπ. αποτελούν τα σημερινά εκθέματα του μουσείου και κυρίως τα ορυκτά, εξαιρετικής ομορφιάς σε χρώματα και μορφές που γίνονται πλέον μέρος της ιστορίας του χώρου, μνήμη της γης και μνήμη των ανθρώπων.

Το Ορυκτολογικό Μουσείο Λαυρίου δημιουργήθηκε το 1984 στο παλαιό κτίσμα του θυρωρείου του συγκροτήματος του «Μεταλλοπλυσίου», από την Εταιρεία Μελετών Λαυρεωτικής (Ε.ΜΕ.Λ.), η οποία το αφιέρωσε στη μνήμη του μεταλλειολόγου Ανδρέα Κορδέλλα. Στις προθήκες του μουσείου εκτίθενται περίπου 740 δείγματα ορυκτών των μεταλλείων Λαυρίου καθώς και πολλά αργυρά νομίσματα του 4ου π.Χ. αιώνα, κατασκευασμένα από τον άργυρο των μεταλλείων. Υπάρχουν δείγματα μεταλλευτικών και σχετικά κοινών ορυκτών (γαληνίτης, σφαλερίτης, αιματίτης, κερουσίτης κ.ά.) αλλά και ορυκτά πολύ περισσότερο σπάνια, χαρακτηριστικά για την περιοχή (type locality), όπως ο λαυριονίτης, ο σερπιερίτης, ο κτενασίτης, ο γεωργιαδεσίτης, ο θορικοσίτης, ο καμαριζαΐτης, ο ανναβεργίτης κ.ά.

Η Ε.ΜΕ.Λ. εξέδωσε τον Δεκέμβριο του 2018, το βιβλίο των Νίκου Μ. Βουρλάκου και Μιχάλη Γ. Φίτρου με τίτλο “Τα Ορυκτά της Λαυρεωτικής” (ISBN 978-960-85333-5-6), που αποτελεί μια σύγχρονη – πλήρως ενημερωμένη και εμπεριστατωμένη – λεπτομερή καταγραφή όλων των μέχρι σήμερα ευρεθέντων ορυκτών στην περιοχή του Λαυρίου.

Το Δεκέμβριο 2019, η Ε.ΜΕ.Λ. πραγματοποίησε με την επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού την πρώτη αγγλική επικαιροποιημένη έκδοση του βιβλίου των Νίκου Μ. Βουρλάκου και Μιχάλη Γ. Φίτρου με τίτλο “The Minerals of Lavrion” (ISBN 978-960-85333-6-3) – καλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο και το ξενόγλωσσο κοινό.

Με πληροφορίες από addicted 2h2o και wikipedia

Σχολιασμός του άρθρου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ενημέρωση μέσω Email

Εισάγετε το email σας για εγγραφή στην υπηρεσία αποστολής ειδοποιήσεων μέσω email για νέες δημοσιεύσεις.

Εγγραφείτε στο Newsletter του forkeratea.com

Ενημερωθείτε καθημερινά από την ιστοσελίδα forkeratea.com επιλέγοντας να λαμβάνετε το ηλεκτρονικό newsletter. Γράψτε παρακάτω το email σας.

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Παρόμοια Αρθρα

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ