Σε φάση σημαντικών αλλαγών βρίσκεται το ενεργειακό σύστημα στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία. Η διείσδυση του φυσικού αερίου, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της εξοικονόμησης ενέργειας καθώς και η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αποτελούν τα νέα δεδομένα του.

Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, το 2017 στην τελική κατανάλωση ενέργειας τα πετρελαιοειδή προϊόντα είχαν μερίδιο 56%, η ηλεκτρική ενέργεια 28%, οι Ανανεώσιμες Πηγές 8% και τέλος το φυσικό αέριο 7%.

Σε ό,τι αφορά την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για το 2019, καλύφθηκε κατά 35 % από φυσικό αέριο (από 30 % το 2018), 19 % από λιγνίτη (έναντι 30% την προηγούμενη χρονιά) και 23 % από ανανεώσιμες πηγές (έναντι 28 % το 2018).

«Στο διάστημα το οποίο βρισκόμαστε σήμερα, υπάρχει το λεγόμενο καύσιμο μετάβασης από την παλιά εποχή στην καινούργια και αυτό δεν είναι άλλο από το φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο το οποίο υπάρχει στη χώρα μας θα επεκταθεί σε άλλες 39 πόλεις αποτελώντας τον καταλύτη μετάβασης στη νέα κατάσταση» ανέφερε ο Δημήτρης Κουσκουρίδης – πρόεδρος της μόνιμης επιτροπής ενέργειας ΤΕΕ-ΚΜ

Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg NEF για το μέλλον του κλάδου της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, την οποία γνωστοποίησε πρόσφατα η ΔΕΗ το ελληνικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας θα αλλάξει με ταχείς ρυθμούς την τρέχουσα δεκαετία, αυξάνοντας το μέγεθός του κατά 55%, από 20GW εγκατεστημένη ισχύ, σε 31GW το 2030. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ελλάδα θα αποκτήσει 18GW νέας παραγωγικής ισχύος, 67% της οποίας θα είναι αιολική και ηλιακή.

Ήδη έως το 2025, η εγκατεστημένη ισχύς αιολικής και φωτοβολταϊκής ενέργειας θα είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη σε σχέση με σήμερα. Την τελευταία δεκαετία μάλιστα παρατηρείται μια σταδιακή αποκλιμάκωση της συμμετοχής του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα και σύμφωνα με το εθνικό σχέδιο της χώρας για την ενέργεια και το κλίμα, μέχρι το 2028, όλες οι μονάδες που παράγουν ενέργεια από λιγνίτη θα κλείσουν. Μάλιστα το 2020 υπήρξε μια εβδομάδα 6-10 Μαϊού, κατά την οποία η χώρα πρακτικά, δεν είχε στο σύστημα ενέργεια από λιγνίτη.

Η χώρα μας πάντως βρίσκεται πολύ μακριά από το να είναι ενεργειακά αυτάρκης. Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2018 η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας μας αγγίζει το 70%. Την ίδια ώρα, ο κτιριακός τομέας απορροφά το 40% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας σε Ελλάδα και Ευρώπη. Έως το 2030, στόχος είναι το 15% των κτιρίων να έχει αναβαθμιστεί και θωρακιστεί ενεργειακά. «Η πληθώρα των κτιρίων έχουν κατασκευαστεί πριν το 1990, μιλάμε για εκατομμύρια σπίτια τα οποία πρέπει να θωρακιστούν. Το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας αυτό δείχνει, πολλά σπίτια χρειάζονται άμεσα ενίσχυση σε μονώσεις, κουφώματα, καλύτερα συστήματα θέρμανσης, και με καύσιμα πιο φιλικά στο περιβάλλον» σημειώνει ο κ. Κουσκουρίδης.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος του ΤΕΕ ΤΚΜ Γιώργος Τσακούμης υποστήριξε ότι ο στόχος απεξάρτησης από το λιγνίτη και χρήση καθαρής ενέργειας έως το 2050 είναι εφικτός. Για να συμβεί αυτό  όμως θα πρέπει να αναπτύξουμε μεθόδους για να αποθηκεύουμε την περίσσεια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Το Ινστιτούτο Διεργασιών και Ενεργειακών Πόρων του ΕΚΕΤΑ επικεντρώνεται στην έρευνα για την καθαρή ενέργεια. Ενας από τους τομείς που μελετά είναι τη τεχνολογία του υδρογόνου, που είναι δύσκολη και ακριβή αλλά μας δίνει τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε με καλύτερο τρόπο τις ΑΠΕ, επισήμανε ο διευθυντής του, Δρ. Σπύρος Βουτετάκης. Απαιτούνται αρκετές επενδύσεις, είναι μια χρονοβόρα διαδικασία αλλά με την αποθήκευση θα περάσουμε σε ένα πιο καθαρό ενεργειακό μοντέλο.

 

ΠΗΓΗ: ΕΡΤ3, ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΕΥΤΕΡΠΗ ΜΟΥΖΑΚΙΤΗ