Οι αγήραντοι καλοί ύμνοι

Οι κρυμμένοι θησαυροί της γης των Μεσογείων-Σοφίας Γκλιάτη-Χασιώτη: ΜΕΣΟΓΕΙΑ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ, ΕΝΑΝ ΑΙΩΝΑ ΠΡΙΝ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΠΕΖΟΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΙ, ΑΩ Εκδόσεις, 2020
Οι κρυμμένοι θησαυροί της γης των Μεσογείων-Σοφίας Γκλιάτη-Χασιώτη: ΜΕΣΟΓΕΙΑ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ, ΕΝΑΝ ΑΙΩΝΑ ΠΡΙΝ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΠΕΖΟΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΙ, ΑΩ Εκδόσεις, 2020

Κείμενα-μαρτυρίες σε ένα βιβλίο-ανθολογία για τους εραστές της γλώσσας, των αναπολήσεων, της μαρτυρίας, της ιστορίας, της λαογραφίας, του χρονογραφήματος. Πολύτιμος κρίκος στην αλυσίδα της συνέχειας…

Ο Σεπτέμβρης πέρασε αλλά στα Μεσόγεια ακόμη νιώθεις την ανάσα του μούστου που βράζει, νωπό ακόμη το άγγιγμα του τρυγητή στο γαλήνιο αμπέλι, όπως οι αυλακιές από το υνί που περιμένουν τη βροχή. Νωπές οι συζητήσεις στο καφενείο για το επικείμενο μάζεμα της ελιάς, για το χρυσάφι του σταριού που κείτεται τώρα στο σακί μετά από τη βασιλεία των σταχυών. Νωπές οι μνήμες τούτης της περιοχής, είτε την έζησες είτε όχι, χαραγμένες σε κάθε πιθαμή γης.

Μεσόγεια. Μικρογραφία Ελλάδας. Παιανία (Λιόπεσι), Σπάτα, Κορωπί, Μαρκόπουλο, Πόρτο Ράφτη, Πεταλιοί, Χαμολιά, Καλύβια, Κερατέα, Δασκαλειό, Κακιά Θάλασσα μέχρι το Λαύριο, το Σούνιο, την Ανάβυσσος κ.ά. Η συγγραφέας Σοφία Γκλιάτη-Χασιώτη διοχέτευσε μέρος της υπερχειλίζουσας αγάπης για τον τόπο της, το Μαρκόπουλο Μεσογείων, στην έρευνα και ανθολόγηση κειμένων (43 από περίπου 1.400 για την Αττική) του πολυγραφότατου συγγραφέα-χρονογράφου-δημοσιογράφου Δημήτρη Χατζόπουλου (1872-1936).

Το λιοντάρι της Κάντζας (ο λέων του Υμηττού) είναι 2.500 χρόνων (ΕΛΙΑ)
Το λιοντάρι της Κάντζας (ο λέων του Υμηττού) είναι 2.500 χρόνων (ΕΛΙΑ)
 

Γνώμονας; Δημοσιευμένα κείμενά του για τα Μεσόγεια της Αττικής, από εκείνου την αγάπη για την πεζοπορία, μέσω της οποίας συνομίλησε με τη Φύση σε πρωτογενές επίπεδο και τη συνέχισε ως πεζοπορία λέξεων σε χαρτιά εφημερίδας. Τόπος; Πηγάδια, ναοί, κάστρα, μνημεία, αρχαιολογικά σημεία, μονοπάτια, σπηλιές, χωριά ή κωμοπόλεις που σήμερα είναι πόλεις. Χρόνος; Από το 1919 ώς το 1923 (και ένα άρθρο του 1928). Γλώσσα; Απλή «δημοσιογραφική» καθαρεύουσα. Πλούσιο και εύγλωττο φωτογραφικό υλικό, εμπλουτισμένο και από το «Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο» (ΕΛΙΑ).

Ο τρόπος του γνωστού με το ψευδώνυμο «Μποέμ» Δημήτρη Χατζόπουλου είναι ιδιαίτερος γιατί είναι μποέμ, όπως ήταν και ο ίδιος. Πέρα από την εντιμότητά του (όταν έγραφε μετά από πεζοπορίες μεγάλες, π.χ. 18 συνεχόμενων ωρών, υπέγραφε ως «Πεζοπόρος», όταν του παρουσιάστηκε πρόβλημα υγείας και περπατούσε λιγότερο, υπέγραφε ως «Αθηναίος»), η μαγεία της γραφής του έγκειται στην αρμονική όσο και απρόβλεπτη συνύπαρξη πολλών αρετών του Λόγου με τρόπο άρρηκτο όσο και πηγαίο. Οπως λ.χ. ο λυρισμός. Οταν μπαίνει μπροστά, φωτίζει με φως ιλαρόν και τη μνήμη αλλά και τη σημερινή απαράλλαχτη σε ορισμένες περιπτώσεις –όπως εδώ– πραγματικότητα:

  Ανακοίνωση για τη λειτουργία του Δήμου Σαρωνικού μετά το επιβεβαιωμένο κρούσμα covid19

«Αν ευτυχήσετε να περάσετε από το μονοπάτι μεταξύ Κορωπίου και Λιόπεσι μίαν ηλιόλουστον ημέραν, ίσως θα βρείτε την ζωήν κάτι αξίζουσαν. Τα λειβαδάκια άρχισαν να στρώνονται με μυριάδας μαργαριτών, μικρούτσικες ακόμη, τόσον που να φαίνονται σαν ράντισμα της χλόης με διαμαντένιαν δροσιάν. Το θυμάρι, η ρίγανη άνθισαν, πανηγυρίζουν οι ανεμώνες με λαμπρούς χρωματισμούς και οι μυγδαλίτσες εφόρεσαν το νυφικόν των εις τα φιλιά του ηλίου» (1919).

Στη δούλεψη του Σερπιέρη οι μεταλλωρύχοι του Λαυρίου

Τα χρονογραφήματά του ερωτοτροπούν με τη λαογραφία διαρκώς και επιμόνως. Ως λογοτέχνης αλλά και ως δημοσιογράφος έβλεπε το πριν και το μετά, το μπρος αλλά και το πίσω. Ο τόπος ήταν η αφορμή. Καθώς επέστρεφε, οι αισθήσεις που αποκόμιζε από την πεζοπορική εξόρμηση, μετά από εσωτερική ανάλυση των εμπειριών, συνέθεταν όλο και διαυγέστερα τη συνολική εικόνα: κοινωνική δομή – εκδηλώσεις – διασκέδαση – συνήθειες – τρόπος ζωής – ενδυμασία – ήθη – έθιμα – μύθοι – γλώσσα – φυλές – αντιλήψεις – νοοτροπίες – επιχειρηματικότητα – παραγωγή – κατασκευές – φυσικό περιβάλλον, όλα παρόντα στο ολιστικό του βλέμμα. Κείμενα-μαρτυρίες σε ένα βιβλίο-ανθολογία για τους εραστές της γλώσσας, των αναπολήσεων, της μαρτυρίας, της ιστορίας, της λαογραφίας, του χρονογραφήματος. Μνημείο τιμής για τους προγόνους και τη γη όσων κατάγονται από τούτα τα χώματα. Πολύτιμος κρίκος στην αλυσίδα της συνέχειας, ή της «Διάρκειας», όπως θα έλεγε ο νομπελίστας ποιητής Πέτερ Χάντκε.

Τίποτε δεν είναι αυτοφυές. Πολλά από τα θεωρούμενα σήμερα δεδομένα, κάποτε ήταν πρωτοποριακά και εξελίχτηκαν βήμα βήμα. Οπως η χειραφέτηση της γυναίκας:

«Αν και εδώ, όπως και σε όλα τα Μεσόγεια, η γυναίκα είναι χειραφετημένη εις την εργασίαν, δουλεύουσα εις τους αγρούς, διατηρεί λευκήν την επιδερμίδαν της… Εις τα Μεσόγεια τώρα βοηθούν εις την κουζίνα και εις την υπηρεσίαν των μαγαζιών τα κορίτσια. Εις την Κερατέαν μπορείτε να πιείτε τον καφέ σας σερβιριζόμενον από νεάνιδα» (1921).

  Δήλωση του Ηλία Μπουκοβάλα, Δημ. Συμβούλου και Πολυξένης Κοψολαίμη, Αθανάσιου Παπουτσή, Παναγιώτη Καστριώτη Τοπ. Συμβούλων της παράταξης ‘’Σαρωνικός αύριο’’ για το ζήτημα του ΚΑΠΗ της Παλαιάς Φώκαιας

Οι εργολαβίες μεγάλων έργων;
«…έκτισε και λιθίνην γέφυραν επί της σούδας, αλλά προς δόξαν των ελληνικών έργων κατέπεσε μόλις ιδρύθη» (1921)

Η Αθήνα; Αν τότε ήταν ασφυκτική, τι θα έλεγε σήμερα;
«Παιδάκια παίζουν παρά το πηγάδι της αυλής και έχουν τόσον πολύν ήλιον, τον οποίον ούτε εις το όνειρόν των δεν μπορούν να δουν τα καημένα Αθηναιόπουλα εις την ιδικήν μας ασφυκτικήν πόλιν» (1920)

Οι αναμνήσεις μας κάποιες ανοιξιάτικες νύχτες; Οπως αι «Φωναί Γλυκείαι» του Καβάφη, ευτυχώς δεν παύουν να έρχονται σαν μέλι:
«Η βραδιά έρχεται γλυκεία και ο πευκών των υπωρειών του Υμηττού μάς ελκύει με τα μύρα του και με την δροσεράν μελωδίαν των αηδονιών. Επανήλθον εις το δάσος οι αγήραντοι καλοί ύμνοι» (1921)

Πάντοτε αναρωτιόμουν γιατί με κυριεύει μελαγχολία όταν περιηγούμαι το Λαύριο. Ο Χατζόπουλος θα είχε επιβεβαιώσει τις υποψίες μου, 97 χρόνια πριν:
«Η άποψις της περιοχής του Θορικού παρέχει σαφώς την γενικωτέραν μελαγχολικήν εικόνα της Λαυρεωτικής. Οι αιώνες επισωρεύουν εκεί ερείπια, αόριστα ίχνη του ιδρώτος των μοχθούντων ανθρώπων εις τα έγκατα της γης» (1923)

Ευτυχώς εκείνος δεν «ευτύχησε» να δει καταστροφές, αλλοιώσεις, χημειολίπανση και χημειοψεκασμούς, αεροδρόμιο, άναρχη τσιμεντουπολική διόγκωση. Εμεινε στο ωφέλιμο και στην «Ωμορφιάν», με ωμέγα τότε φυσικά (ευτυχώς το θαυμαστικό «ω!» παρέμεινε ωμέγα, όπως και οι θύλακες μνήμης και ομορφιάς στα Μεσόγεια).

Αναρωτιόταν:
«Εις αυτό το γόνιμον έδαφος πόσοι ανθοί, καρποί, γεννήσεις, θάνατοι διά μέσου των αιώνων;» (1921)

Ελπίζουμε αμέτρητοι ακόμη.

Γιώργος Ρούσκας – Ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος

↓ Σχολιάστε εδώ μέσω του λογαριασμού σας στο facebook ↓