Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η σοβαρότερη και πιο ιερή ημέρα του ορθόδοξου ημερολογίου, το αποκορύφωμα του Θείου Δράματος, ο επιτάφιος θρήνος μέσα στην άνοιξη, η ημέρα του ενταφιασμού και η απαρχή της ελπιδοφόρας Ανάστασης.
            Μεγάλη Παρασκευή και η κακοποιημένη, από τα ανθρώπινα χέρια, φύση ακόμη βρίσκει κάθε χρόνο λίγα άνθη και λίγη πρασινάδα για τον Επιτάφιο. Ωστόσο φέτος την ίδια σχεδόν ημέρα (19 Απριλίου) είναι και η επέτειος του θανάτου (πριν 190 χρόνια) του πλέον δημοφιλούς ρομαντικού φιλέλληνα, του λόρδου Βύρωνα.

            Ο λόρδος Βύρων υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του Ρομαντισμού και της Πολιτικής Ελευθερίας.  Ο ποιητής επισκέφτηκε την Αθήνα στις 24-12-1809 και έμεινε έως τις 5-3-1810 και από τις 18-7-1810 έως τις 22-4-1811, οπότε έφυγε για την πατρίδα του. Η πρώτη, λοιπόν, περίοδος της διαμονής του στην Αθήνα κράτησε δέκα εβδομάδες και περιλάμβανε περιηγήσεις σε όλη την Αττική.  Ειδικότερα, στις 13-1-1810 επισκέφθηκε την Ελευσίνα, ενώ λίγες μέρες αργότερα ταξίδεψε στη Βάρη, στο ΣΟΥΝΙΟ, στην ΚΕΡΑΤΕΑ και στο Μαραθώνα. Επίσης, στις 23-1-1810 έκανε την πρώτη εκδρομή στο ΣΟΥΝΙΟ και στον Μαραθώνα ενώ το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς την δεύτερη εκδρομή στοΣΟΥΝΙΟ.
            Το ΣΠΗΛΑΙΟ ΚΕΡΑΤΕΑΣ που βρίσκεται στο Πάνειο όρος, ΝΔ της κορυφής Κερατοβούνι σε υψόμετρο 570μ αναφέρεται και ως ΣΠΗΛΑΙΟ ΛΟΡΔΟΥ ΒΥΡΩΝΑ. Το σπήλαιο πήρε το όνομα του, από το Λόρδο Βύρωνα ο οποίος σε επίσκεψη του, αναγκάστηκε να μείνει μέσα για μερικές ώρες όταν έσβησαν οι δάδες που φώτιζαν το χώρο. Ειδικότερα κατά την επίσκεψη του εκεί ο λόρδος Βύρωνας βρέθηκε σε αρκετά δύσκολη θέση, όταν ο φωτισμός με δάδες που διέθετε έσβησε και βρέθηκε στο απόλυτο σκοτάδι να ψάχνει μαζί με τους συνοδούς του την έξοδο. Τελικά η έξοδος βρέθηκε και όλοι τους βγήκαν εκτός του σπηλαίου.

            Η δεύτερη περίοδος της διαμονής του στην Αθήνα κράτησε ως τις 22-4-1811 και περιλάμβανε νέες περιηγήσεις του στην Αττική αλλά και στην Πελοπόννησο. Σε ένα γράμμα του στις 20-1-1811 έλεγε ότι «για ποικιλία κάνω πότε πότε εκδρομές στο Μαραθώνα, το ΣΟΥΝΙΟ, την κορυφή του Υμηττού και το Μοριά».
            Κοινός τόπος είναι ότι στο έργο του Βύρωνα η παρουσία της φύσης είναι πολύ σημαντική. Μεγαλωμένος στη ρομαντική Σκωτία, όπου το άγριο και μελαγχολικό κυριαρχούσε στο τοπίο και μαγεμένος από τους γλυκούς, ήρεμους και όμορφους μεσογειακούς τόπους και ιδιαίτερα της Ελλάδας που γνώρισε κατά τις περιηγήσεις του, αγάπησε τη φύση και με ένα οξύ και παρατηρητικό μάτι περιέγραψε ότι ακριβώς είδε άμεσα και απλά. Η μείξη της φαντασίας, της παρατήρησης της φύσης, της ιστορίας και του πολιτισμού γενικότερα φαίνεται έντονα  όταν ο Βύρων περιγράφει ιστορικούς τόπους, όπως είναι της Αττικής, που μας ενδιαφέρει σήμερα. Οι τόποι αυτοί είναι κατά την αξιολογική κλίμακα του ίδιου, η Ακρόπολη της Αθήνας, ο Μαραθώνας και το ΣΟΥΝΙΟ, ακολουθούν γεωγραφικοί τόποι με φυσικές ομορφιές, όπως είναι το Πεντελικό και ο Υμηττός, καθώς και η περιγραφή άλλων όμορφων τόπων με ανυπέρβλητο λυρισμό, όπου ο ήλιος, η θάλασσα, τα βουνά, τα δάση κ.λπ. είναι δοσμένα σε απόλυτη αρμονία.
            Σε όλη την Αττική, σημειώνει ο Βύρων, αν αφαιρέσουμε την Αθήνα και τον Μαραθώνα, δεν υπάρχει πιο ενδιαφέρον τόπος από το ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΚΟΛΩΝΑ (ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΟΥΝΙΟΥ). Ζητεί ο Ποιητής να σωθεί ο ναός της Τριτογένειας Αθηνάς που υπάρχει ακόμα επάνω στο βράχο και λάμπει πάνω από τα κύματα, όπως και οι τάφοι των μισοξεχασμένων πολεμιστών, που βρίσκονται εκεί σκόρπιοι με τις μαυρισμένες πέτρες και τα πράσινα βρύα να ανθίστανται στη φθορά του χρόνου, αλλά όχι και της λησμονιάς. Σημειώνει επίσης ο Βύρων σχετικά με το ναό, που είναι όμως του Ποσειδώνα και όχι της Αθηνάς- στην οποία εσφαλμένα απέδωσε ο Ποιητής- ότι οι 16 κολόνες του είναι για τους αρχαιολόγους και τους καλλιτέχνες ανεξάντλητη πηγή παρατηρήσεων και σπουδών, ο φιλόσοφος βρίσκει εκεί την υποτιθέμενη σκηνή των διαλέξεων του Πλάτωνα με τους μαθητές του, ενώ ο περιηγητής θαυμάζει το μεγαλοπρεπές θέαμα του Αιγαίου με τα νησιά του.

             O Βύρων στο αφηγηματικό ποίημα «Ο Γκιαούρ» με μία απαράμιλλης ομορφιάς λυρική περιγραφή του ελληνικού τοπίου που απλώνεται μπροστά στο ΣΟΥΝΙΟ. Δίνεται έτσι και πάλι η ευκαιρία στον ποιητή να περιγράψει το όμορφο τοπίο σε σχέση με την άσχημη κατάσταση του τόπου, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «ενώ η φύση έπλασε κατοικία, ως κατά παραγγελία Θεού, για αγγέλους με άφθονες χάριτες και θέλγητρα σ’ αυτό τον τόπο, επικρατεί η ερημιά, η καταστροφή, η αδικία της στυγνής τυραννίας …»
            Επίσης, ο Βύρων κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στο ΣΟΥΝΙΟ, ΕΜΠΝΕΥΣΘΗΚΕ ΤΟ ΑΛΛΟ ΕΞΙΣΟΥ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ “ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ” , που το περιέλαβε μέσα στο “Δον Ζουάν”. Ο Βύρων κατά την συνήθεια των περιηγητών αυτής της εποχής ΧΑΡΑΞΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ,  Ειδικότερα την χάραξε με καλλιγραφικά γράμματα στο κάτω μέρος του δεύτερου, από κάτω, σπονδύλου.

            Έτσι λοιπόν, το βράδυ που θα πάτε στον Επιτάφιο και θα ψάλλετε μαζί με τους άλλους το «Ω, γλυκύ μου έαρ» κρατώντας με το αριστερό σας χέρι ένα αναμμένο κεράκι και με το δεξιό, το χέρι από το δικό σας γλυκύ έαρ, και όταν θα ραίνετε με πασχαλιές και γιασεμιά το σώμα του Χριστού, μην ξεχάστε τον θερμό αυτό φιλέλληνα, το Λόρδο Βύρωνα. Μην τον ξεχάσετε.
Σ.Π.
Πηγές
http://www.enet.gr  Κείμενο Π. Σαββόπουλου 2009