Οι αποκριές είναι χαρούμενες γιορτές που διασώζουν πολλά στοιχεία της λεγόμενης «ειδωλολατρικής» προχριστιανικής εποχής. Στα αρβανίτικα αποκαλούνταν të lidhura (= δεσίματα). Περιλαμβάνουν πολλά έθιμα από τις αρχαιοελληνικές τελετές, που τελούνταν κάθε χρόνο με τον ερχομό της άνοιξης. Ο χριστιανισμός που ήρθε μετά, αποδέχτηκε πολλές φορές σιωπηρά τη συνέχιση αυτών των εθίμων. Εξάλλου μια ανέμελη και όχι απόλυτα αυστηρή περίοδος των τριών εβδομάδων ήταν αναγκαία και για τον ίδιο τον χριστιανισμό, ενόψει της αυστηρής και ανεόρταστης περιόδου της Σαρακοστής που ακολουθεί.

Επομένως πριν από την περίοδο της εγκρατείας, της νηστείας και της προσευχής, που αρχίζει από την Καθαρή Δευτέρα και τελειώνει το Μ. Σάββατο, δίνεται και στους χριστιανούς η ευκαιρία να χορέψουν, να διασκεδάσουν και να πούνε τολμηρά τραγούδια και αστεία. Αυτό το εορταστικό διάλειμμα είναι απαραίτητο απόθεμα για την ψυχική ισορροπία των ανθρώπων, ώστε να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της ζωής με περισσότερο θάρρος και αισιοδοξία. Κατά το διάστημα της Σαρακοστής, όπως είναι γνωστό, ούτε γάμοι ούτε χοροί και πανηγύρια γίνονται.


Η διάρκεια των εορτών

Οι αποκριές διαρκούν τρεις εβδομάδες, περιλαμβάνουν τέσσερις Κυριακές και προηγούνται από τις εφτά εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Οι τέσσερεις Κυριακές της αποκριάς είναι οι εξής:

1) Η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, με την οποία ανοίγει το «Τριώδιο»

2) Η Κυριακή του Ασώτου

3) Η Κυριακή της Κρεοφάγου(αρβ. java e berrave = εβδομάδα των προβάτων)

4) Η Κυριακή της Τυροφάγου (Τυρινής, αρβ. java e makaruneve = εβδομάδα των μακαρονιών).

Οι ονομασίες των τριών εβδομάδων σε ορισμένα μέρη της Ελλάδος είναι: α) Προφωνή (επειδή τη διαλαλούσαν κήρυκες), β) Κρεατινή, γ) Τυρινή ή Μακαρονού.

Η ονομασία «Τριώδιο» οφείλεται στο ομώνυμο εκκλησιαστικό βιβλίο, που περιέχει ύμνους από την πρώτη Κυριακή της αποκριάς μέχρι το Μ. Σάββατο. Οι ύμνοι αυτοί ψάλλονται με τρεις ωδές, εν αντιθέσει με όλους τους υπόλοιπους ύμνους της εκκλησίας, που ψάλλονται με εννέα.

Οι αποκριές στην υπόλοιπη Ελλάδα

Σε όλο τον ελληνικό χώρο τους αποκριές γίνονταν και γίνονται μαζικές λαϊκές εορταστικές εκδηλώσεις, όπου κυριαρχεί η χαρά και η ευθυμία. Τα πλέον γραφικά και θορυβώδη έθιμα τα συναντάμε στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπου μάλιστα τελούνται και δρώμενα από μεταμφιεσμένους, τους ο Καλόγερος και η Μπάμπω στη Μακεδονία, οι Κουδουνάτοι στη Σκύρο και αλλού, ο βλάχικος γάμος στη Θήβα κ.α. Στα δρώμενα αυτά σατιρίζονται, τους φορές με τολμηρές και αθυρόστομες εκφράσεις, πτυχές του κοινωνικού και οικογενειακού βίου.

Ο εορτασμός στην παλιά Αθήνα

Στην παλιά Αθήνα, κατά την εποχή τους τουρκοκρατίας, οι μασκαράδες ονομάζονταν είδωλα και έπαιζαν διάφορες σατυρικές σκηνές. Δημοφιλείς και θεαματικές παραδοσιακές σκηνές ήσαν τα ταράματα και τα ξόανα.

Τα ταράματα τα παρουσίαζε άνθρωπος, που ήταν μεταμφιεσμένος σε ζώο, π.χ. σε σκύλο, σε αρκούδα κ.λ.π. και έτρεχε τους δρόμους τους Πλάκας, ενώ τον κυνηγούσε πίσω του πλήθος, που έβγαζε κραυγές και προκαλούσε κρότους, χτυπώντας αντικείμενα και ντενεκέδες, για να τον φοβίσει (να ταραχτεί) Ο Δημ. Γρ. Καμπούρογλου γράφει ότι το έθιμο έχει τους ρίζες του τους αρχαίες διονυσιακές πομπές.

Τα ξόανα ήσαν ξύλινα κατασκευάσματα, πολύ θεαματικά και εντυπωσιακά, που παρουσίαζαν ανθρώπινες μορφές και τα περιέφεραν τους δρόμους, κυρίως στην περιοχή του Ψυρή. Παρόλο που ο Καμπούρογλου δεν περιγράφει τους μορφές τους, μαντεύουμε ότι αυτές θα προκαλούσαν το γέλιο, ίσως ακόμα και τον φόβο (βλ. Δ. Γρ. Καμπούρογλου Ιστορία των Αθηναίων, τ. Γ΄, σ. 219).

Οι μουσούνες στα Μεσόγεια

Με την έναρξη του Τριωδίου, Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, έκαναν δειλά – δειλά την εμφάνισή τους οι πρώτοι μασκαράδες – οι λεγόμενες «μουσούνες» – που ήσαν κυρίως παιδιά μικρής σχετικά ηλικίας. Την τελευταία εβδομάδα οι μουσούνες πλήθαιναν, ήσαν άτομα κάθε ηλικίας, πλην των γέρων, με αποκορύφωμα την Κυριακή τους Τυρινής. (Η λέξη μουσούνα δεν είναι αρβανίτικη, αλλά βενετική (musona = μάσκα). Στο ελληνικό λεξιλόγιο έχει καθιερωθεί πλέον ως «μουτσούνα», με την ίδια έννοια).


Φαντασία και αυτοσχεδιασμός

Οι προγονοί μας δεν είχαν βέβαια την πολυτέλεια να αγοράζουν αποκριάτικες στολές. Γι’ αυτό δούλευε η δική τους δημιουργική φαντασία. Έβγαζαν από το μπαούλο υπολείμματα ενδυμασιών, που είχαν φορέσει μακαρίτες παππούδες και γιαγιάδες, τους πουκάμισα, ζιπούνια, μαντίλια, πανωβράκια και φέσια και προσπαθούσαν να ντυθούν μ’ αυτά κάνοντας αταίριαστους και αστείους συνδυασμούς. Κι όταν αυτά δεν επαρκούσαν, επιστράτευαν από το γιούκο σεντόνια, καραμελάδες και χράμια. Για να μη γνωριζόταν το πρόσωπό τους, το άλειφαν με μουντζούρα, που έπαιρναν από το τηγάνι, το τσουκάλι ή το καζάνι ή το κάλυπταν με διαφανές μαντήλι. Όταν τους χρειάζονταν μουστάκια και γένια, κολλούσαν μαλλιά από πρόβατο. Σπάνιες ήσαν οι μάσκες, τους οποίες οι μασκαράδες αντί να τους αγοράζουν, προτιμούσαν να τους φτιάχνουν μόνοι τους από χαρτόνι. Αρκετά δημοφιλές μασκάρεμα ήταν να ντύνονται παπάδες. Ως καλυμμαύχι φορούσαν στο κεφάλι ένα μουντζουρωμένο τέντζερη. Η εμφάνιση γενικά των μουσούνων ήταν άγρια και τρομακτική, αλλά πάντως κωμική.

Η χωριάτισσα «σκλήρα» με το σκυλάκι

Αναφέρονται ωστόσο και άλλες πιο εκλεπτισμένες εμφανίσεις σε δημόσιους χορούς, λίγο πριν το 1900, όπως η χωρική που ντύθηκε σαν αθηναία κυρία («σκλήρα»). Αυτή κρατούσε στο ένα χέρι το ομπρελίνο της και από το άλλο το σκυλάκι της. Άλλος μασκαρεμένος κρατούσε το σκυλάκι του, που το είχε ντύσει με «φωτίκια», δηλ. ρούχα βαφτιστικά, με παντελονάκι, παπουτσάκια και καπελάκι. Άλλοι δανείζονταν από τους βλάχους της περιοχής τους φουστανέλες και ντύνονταν τσολιάδες.

Οι μουσούνες ήσαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, που έκαναν επισκέψεις σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια, όπου τους δέχονταν με χαρά και τους κερνούσαν. Αν κάποιος από τους οικείους επιχειρούσε να αποκαλύψει την ταυτότητα της μουσούνας, αντιμετώπιζε συνήθως τη βίαιη αντίδρασή της, γιατί όλοι σχεδόν οι μασκαρεμένοι κρατούσαν στα χέρια τους ραβδιά. Πάντως όλοι αποκαλύπτονταν με τη δική τους θέληση πριν αποχωρήσουν από το φιλικό τους σπίτι.

Την ημέρα που άνοιγε το Τριώδιο δεν γινόταν τίποτε το θεαματικό. Απλώς σε κάθε σπίτι η γιαγιά μοίραζε στην οικογένεια και σε μερικές επισκέπτριες γειτόνισσες στραγάλια, ξερά σύκα ή σταφίδες και κερνούσε γλυκό κρασί. Ανάλογα με την όρεξη, μπορεί να στηνόταν και μικρός χορός από λίγα άτομα.

Ακόμα από νεαρά άτομα παίζονταν αυτοσχέδια θεατρικά δρώμενα, με θέμα την απαγωγή μιας κοπέλας από τον επίδοξο γαμπρό ή την απαγωγή της από κάποιον ληστή. Σατιρίζονταν επίσης διάφορα γνωστά και γραφικά πρόσωπα, για τον τρόπο που μιλούσαν ή περπατούσαν ή συμπεριφέρονταν σε τρίτους.


Το καρναβάλι του «Ρας Τάφαρη»

Κατά την προπολεμική περίοδο (1936 -1940) οργανωνόταν στο Κορωπί παρέλαση καρναβαλιού, όχι με κοινοτική πρωτοβουλία, αλλά με ιδιωτική, του ταλαντούχου Βασίλη Παπαμιχάλη, που έμεινε στην ιστορία του χωριού ως «Ρας Τάφαρης», επειδή υποδυόταν τον ομώνυμο αυτοκράτορα της Αιθιοπίας. Οι θεατές διασκέδαζαν με τους αστείους διαλόγους μεταξύ Ρας Τάφαρη και Μουσολίνι, τα περασμένα στη σούβλα ποντίκια, τους γαϊδάρους που φορούσαν παντελόνια κ.λ.π. Το καρναβάλι αυτό σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία, χάρη στις διοργανωτικές ικανότητες, αλλά και στην ευρηματικότητα και το χιούμορ του διοργανωτή. (Λεπτομέρειες υπάρχουν στο βιβλίο μου Ιστορίες με άρωμα χωριού, βλ. διήγημα Ο Ρας – Τάφαρης και το καρναβάλι).

(*) Ο Γιάννης Πρόφης είναι λαογράφος, συγγραφέας και ζωγράφος
(το φωτογραφικό υλικό ανήκει στον Γιάννη Πρόφη)

mesogianews.gr