ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΕΡΜΑΤΗ*
Ας μου επιτραπεί στις πρώτες αυτές γραμμές να εκφραστώ σε προσωπικό τόνο. Το πρωινό της Δευτέρας των εκλογών, η ανάσα μου ενώθηκε με τις ανάσες της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού μέσω της μουσικής από τις «Τέσσερις εποχές» του A. Vivaldi. Ακολούθησαν οι συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα.

Το απόγευμα της Παρασκευής, κατά την τελευταία κρίσιμη διαπραγμάτευση, όσο διαρκούσε αυτή, δεν βρήκα άλλο τρόπο παρά να δώσω και πάλι χώρο στη μουσική από τους ελληνικούς χορούς του Ν. Σκαλκώτα, την «Ηλέκτρα» και τα «Επιφάνια – Αβέρωφ» του Μ. Θεοδωράκη σε στίχους, ως γνωστόν, του Γ. Σεφέρη («Επιφάνια, 1937») μ’ εκείνο το βαρύ «Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής

σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους βραδιάζει.
Ανεβαίνω τα βουνά μελανιασμένες λαγκαδιές…» να σκεπάζει τον ουρανό της Ελλάδας, αυτή η αίσθηση και πάλι του «καϋμού της Ρωμιοσύνης».
Η μηδενιστική κριτική εναντίον των μέχρι τώρα πράξεων της σημερινής κυβέρνησης γίνεται συνειδητά, στο πνεύμα της σοφιστικής, από ορισμένους απολογητές των αντίπαλων συμφερόντων –«Ο σοφιστής αρπάζει στην τύχη ένα από τα «επιχειρήματα»– είτε ασυνείδητα από έλλειψη της πρωταγόρειας «ευβουλίας» ή του θουκυδίδειου «εκλογίζεσθαι», από αδυναμία στάθμισης συνολικά των αντικειμενικών δεδομένων. Πάντως, όπως έχει γραφτεί εύστοχα: «…ο Χέγκελ έλεγε με το δίκιο του ότι ‘επιχειρήματα’ μπορείς να βρεις κυριολεκτικά για το καθετί που υπάρχει στον κόσμο». Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και εκτιμήσεις στις οποίες πλειοδοτούν οι επιθετικοί προσδιορισμοί και οι χαρακτηρισμοί, που, εφόσον δεν τεκμηριώνονται, δεν λένε τίποτε. Το επίμαχο ζήτημα, όμως, τίθεται κάθε φορά συγκεκριμένα στην ολότητά του, την ιεράρχηση των παραγόντων που το συνθέτουν και ανάμεσα σε πιθανές εναλλακτικές λύσεις και τις συνέπειές τους.
Οι πράξεις της σημερινής κυβέρνησης αφορούν πρώτον τους τρόπους που πολιτεύτηκε αυτές τις 30 ημέρες, δεύτερον το αποτέλεσμα που πέτυχε, από την άποψη του περιεχομένου της συμφωνίας και του καταλόγου των θετικών μεταρρυθμίσεων του τετραμήνου και των μετέπειτα μεγάλων δυσκολιών: η έναρξη της τάχιστης υλοποίησής τους -οι υπουργοί πρέπει στο διάστημα αυτό να γίνουν ακοίμητοι- και ο στρατηγικός σχεδιασμός για τη μεγάλη συμφωνία του Ιουλίου του 2015 και όλα αυτά, εννοείται, από τη σκοπιά της εξυπηρέτησης των λαϊκών συμφερόντων, όπως λέγαμε παλιά.
Οι μέχρι τώρα ενέργειες της κυβέρνησης, ενεργητική διπλωματία, επιδέξια πολιτική συμμαχιών με τα όριά τους στις δεδομένες ευρωπαϊκές συνθήκες, ιστορική σταθερά της γεωπολιτικής, η συγκεκριμένη επιλογή για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επιθετική διαπραγμάτευση, η πολιτική, δηλαδή, εκ των «άνω», όπως και η πολιτική εκ των «κάτω», με την ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα σε όλη την Ευρώπη, επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της πολιτικής μας ηγεμονίας. Το κύριο ερώτημα για να αποτιμήσουμε τα παραπάνω είναι αν η συμφωνία της Παρασκευής, στον δεδομένο πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων της συγκυρίας, οικονομικό και πολιτικό στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, συνιστά προωθητικό συμβιβασμό, δηλαδή συμβιβασμό που επιτρέπει να συνεχίσει να υπάρχει -το μέγιστο ζήτημα του πολιτικού χρόνου- αυτή η κυβέρνηση ως κυβέρνηση κοινωνικής και εθνικής σωτηρίας, δηλαδή με πολιτική ροπή προς την έξοδο από την πολιτική των Μνημονίων και της λιτότητας. Διότι το ζήτημα τίθεται απολύτως συγκεκριμένα. Εφ’ όσον τα θετικά σημεία της συμφωνίας και η απόρριψη του e-mail Χαρδούβελη μας επιτρέπουν να έχουμε αυτή τη ροπή προς την έξοδο και τον σωτήριο πολιτικό χρόνο, η επιλογή για ρήξη με τους εταίρους – δανειστές, η ρήξη με τη Γερμανία, θα συνιστούσε κατ’ αρχάς ένα λογικό άλμα, που θα μας πήγαινε κατευθείαν σε ένα πολιτικό άλμα στο κενό, με τεράστιες οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις. Τις αναλογιζόμαστε; Σε καμία περίπτωση η εξαλλοσύνη δεν συνιστά πολιτική στιβαρότητα.
Η ρήξη θα μπορούσε να υπάρξει με προσφυγή σε δημοψήφισμα ή άλλο τι, σε ποια περίπτωση όμως; Αν μας ζητούσαν να συνεχίσουμε την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και του e-mail Χαρδούβελη και τότε και διάγγελμα να κάνει ο πρωθυπουργός και να γίνει προσπάθεια να μετατραπεί η εκλογική πλειοψηφία του λαού, η συντριπτική δημοσκοπική αποδοχή της κυβέρνησης σε πολιτική δρώσα μαχόμενη πλειοψηφία και ακόμη περισσότερο, αν θέλετε, να καλέσει τον λαό ο Αλ. Τσίπρας από τη θέση του πρωθυπουργού σε συγκέντρωση στο Σύνταγμα σε μια πορεία ενημέρωσης – προετοιμασίας του για τις μέγιστες δυσκολίες που θα επακολουθήσουν, και να αναζητηθούν και άλλα διεθνή οικονομικά και πολιτικά ερείσματα. Οι εκπρόσωποι της γερμανικής ηγεμονίας μπορεί να ήθελαν, αλλά οικονομικά δεν τους συνέφερε και πολιτικά δεν το μπόρεσαν να οδηγήσουν την κυβέρνηση σε πολιτική χρεοκοπία, είτε με μέτρα συνέχισης της προηγούμενης πολιτικής, είτε ωθώντας μας σε απομόνωση και απόλυτη ρήξη και σε οικονομική χρεοκοπία, στρέφοντας τον ελληνικό λαό πολύ σύντομα εναντίον μας.
Η θετική εκκίνηση υπήρξε. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η διευθύνουσα ηγεσία μας, ως πρωτεύουσα δύναμη της κυβέρνησης, έχουν συνειδητοποιήσει και αποδεικνύουν μέχρι τώρα ότι η πολιτική μας νοείται ως διαλεκτικό συνεχές, σ’ έναν γκραμσιανό «πόλεμο θέσεων», που δεν έχει γραμμική πορεία, αλλά μια σπειροειδή ανέλιξη εξόδου, που αναλόγως του συσχετισμού των δυνάμεων θα οδηγεί σε μεταρρυθμίσεις και τομές υπέρ των υποτελών τάξεων, υπέρ της εργασίας, υπέρ των νέων. Αυτή είναι η πολιτική μας. Η ρήξη θα είναι επιβεβλημένη, αν αντιληφθούμε ότι η σπειροειδής πορεία αρχίζει πάλι να γίνεται καθοδική. Το κριτήριο για όλα αυτά, η με διάφορους συνδυασμένους τρόπους, που οι οικονομολόγοι μας μπορούν να μας παρουσιάσουν συγκεκριμένα, έναρξη, μετά τη σταθεροποίηση του τετραμήνου, της παραγωγικής ανόρθωσης και τελικά της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας μας προς όφελος του λαού μας και ασφαλώς μέσω της υπέρβασης της παγίδας του χρέους, ώστε να είναι διαχειρίσιμο.
Και κάτι ακόμη, το πλεονέκτημα της ηθικής αυτονομίας των αριστερών δεν είναι ανάγκη να οδηγεί στη «φαγωμάρα» και πολύ χειρότερα στην παθογένεια των διασπάσεων. Αν κάτι έχει διδάξει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι αυτή η πολιτική πρακτική της υπέρβασης μέσω της προωθητικής σύνθεσης, με μέγιστη απόδειξη την άνοδό μας στην κυβέρνηση. Η συλλογική σκέψη, η συλλογική σοφία είναι το αποτελεσματικό όπλο μας. Αλίμονο αν το δικαίωμα στη διαφωνία μάς οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή. Ας εμπεδώσουμε μέσα μας την πολιτική αρετή της αυτοκυριαρχίας ή τουλάχιστον του αυτοελέγχου και της αυτοσυγκράτησης. Ας διαψεύσουμε σ’ αυτό τους αντιπάλους μας, που καιροφυλακτούν με ταξική επιχαιρεκακία σε βάρος του δεινώς χειμαζομένου λαού μας.
Σε κάθε περίπτωση, τα μέχρι τώρα δεδομένα καθιστούν ανοιχτή την ιστορική διαδικασία που διατρέχουμε. Όχι ότι τα συμφέροντα δεν είναι σκληρά και αδυσώπητα, ότι υπάρχει περίπτωση να αφήσουν αμαχητί και την παραμικρή σπιθαμή γης, αλλά αν υπάρχει ελπίδα για μια νικηφόρα πορεία, αυτή έγκειται -προϊούσης της ισχυροποίησής μας- στο να «στριμώχνουμε» μέσα από πράξεις, de facto, συνεχώς τον αντίπαλο, να διευρύνουμε τις συμμαχίες μας σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο στο εσωτερικό και διεθνώς και να αδυνατίζουμε τις δικές του. Για να μη μας πουν και σε μας στο τέλος αυτό που είπε ένα δικαστής σε ένα αδύνατο δικαζόμενο: «Τι να σου κάνω, που έχεις μόνο δίκιο».
* Ο Γιώργος Ν. Δερμάτης είναι δρ Ιστορίας