Ένα ταξίδι στη μνήμη και τη νοσταλγία, μια περιήγηση στη Κερατιά του χθες που έφυγε και χάθηκε στη λήθη και τον χρόνο. Ένα ακόμα γραφικό αρβανιτοχώρι των Μεσογείων με τις χαρές και τις λύπες, τους πόθους και τα πάθη του, όπως τα αποτύπωσε ο φωτογραφικός φακός εδώ κι έναν αιώνα.

Μια ιστορία ξεχασμένη σε άσπρο και μαύρο, γραμμένη κάπου εκεί στο νοτιοανατολικό άκρο των Μεσογείων, μας αφηγείται αυτό το βίντεο μέσα από τις εικόνες του. Γενιές που έφυγαν, οι πρόγονοι μας οι ίδιοι, μας κοιτούν θαρρείς παραξενεμένα μέσα από το φακό, την Ιστορία και τον χρόνο. Ο φακός αποθανάτισε την «πλατέα» του χωριού με τα καφενεία του Παπαδοπούλου και του Παναγιωταράκου – εκεί που σύχναζε το αρχοντολόι του τόπου – με θαμώνες οι οποίοι πια δεν βρίσκονται μεταξύ μας, αλλά κάποτε κατείχαν αυτόν τον τόπο τον καλό.
Η εκκλησία του Άη Δημήτρη με το Ηρώο στην παλαιά του θέση και μετά ο δρόμος που έρχεται από το Λαύριο, σχεδόν απαράλλαχτος μέχρι σήμερα από μια παραξενιά της Ιστορίας που σε πείσμα της τσιμέντωσης των πάντων, δεν θέλησε να τον πειράξει. Έτσι, για να γνωρίζουν το χωριό τους οι ψυχές όσων μας το παρέδωσαν. Κι απ’ την άλλη ο δρόμος που ανεβαίνει στο χωριό από τον σταθμό του τραίνου – του «θερίου» – χαραγμένος στη μέση από τις σούστες, τα φαετράκια και τα κάρα, τόσο βαθειά που μοιάζει σαν να τον χαράζουν γραμμές τραίνου.
Η πετρόχτιστη γέφυρα του Λιούμη, άφαντη σήμερα αφού τη σκέπασε το μπετόν της επέκτασης της Αττικής οδού. Μείναν όμως τα σπίτια ίδια κι απαράλλαχτα, του Αλεξίου, του Τσουρουφίνη, του ιατρού Ταταράκη και του Ντεμίρη το δίπατο αρχοντικό να βασιλεύει πιο ψηλά απ’ όλα. Μια Κερατέα που αντιστέκεται κάτω από το βλέμμα του βουνού που την περικλείει και την ορίζει. Οι παραθεριστικές καλύβες στο Βίντζι και στην Κακή θάλασσα το ξωκλήσι του Αγίου Παντελεήμονος. Και μέσα σ’ όλα οι σούστες να περιμένουν στη ουρά, κάτω από τον καυτό ήλιο, να ξεφορτώσουν τα κοφίνια με τα σταφύλια στο Παρακράτημα.
Μια πινελιά του ανθρώπινου μόχθου που δούλεψε κι ημέρωσε αυτόν τον τόπο. Η Κερατέα του χθες με τους αλλοτινούς κατοίκους της, στα βλέμματα των οποίων υποφώσκει ένα παράπονο για μια αόριστη αδικία που πλανάται στον αέρα. Η Κερατέα του χθες, κάπου όμοια και συχνά πολύ διαφορετική από τη σημερινή φαντάζει σαν τόπος οικείος και ξένος μαζί.
Η Κερατέα που έφυγε για πάντα, αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, μια νοσταλγία και μια αίσθηση ανολοκλήρωτου. Η Κερατέα που έφυγε και που γνώριζε ότι η γεωγραφική της θέση, τα βουνά και οι ατελείωτες παραλίες της που ξετυλίγονται σε μαιάνδρους από τον Ευβοϊκό μέχρι τον Σαρωνικό, απαιτούσαν ένα διαρκή αγώνα των κατοίκων της μέσα στον χρόνο αφού δεν είχαν άλλη λύση από το να φυλάνε Θερμοπύλες.
Δημήτρης Μαντάλας