Το Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου, χαρακτηρίζεται ως ο «Παρθενώνας της Τεχνολογίας», αφού από εκεί ξεκίνησε η βιομηχανική δραστηριότητα της Ελλάδας, από την αρχαιότητα, ακόμη.

Μια σημαντική εξέλιξη, στον τομέα της διαχείρισης των επικίνδυνων αποβλήτων, ειδικότερα των μεταλλευτικών και μεταλλουργικών αποβλήτων, παρουσιάζει για πρώτη φορά, αναλυτικά το Ecotec.

Η Ελλάδα, απέκτησε τον πρώτο ασφαλή χώρο διάθεσης των επικίνδυνων αποβλήτων, στο Λαύριο, όπου και θα αποθηκευτούν οι επικίνδυνες ουσίες της παλαιάς μεταλλουργίας, που βρίσκονταν στο χώρο του Τεχνολογικού Πολιτιστικού Πάρκου Λαυρίου. Πρόκειται για δύο έργα αποθήκευσης, που κατασκευάστηκαν βάση μιας πρότασης που διαμόρφωσε το Εργαστήριο Μεταλλευτικής Τεχνολογίας και Περιβαλλοντικής Μεταλλευτικής του ΕΜΠ. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει σημαντικές καινοτομίες και μπορεί να λειτουργήσει ως πιλότος για παρόμοια έργα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, αποδεικνύει, πως η υπόθεση της διαχείρισης των αποβλήτων, και μάλιστα ειδικών κατηγοριών, όπως είναι τα επικίνδυνα, δεν είναι «τελειωμένη» υπόθεση για την χώρα μας, όπως πιστεύουν πολλοί.

Για το συγκεκριμένο έργο, το Ecotec, συνάντησε στο γραφείο του, στην Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων Μεταλλουργών, τον αναπληρωτή καθηγητή, κ. Δημήτρη Καλιαμπάκο, ο οποίος και μας υποσχέθηκε, πολύ σύντομα, ξενάγηση στον χώρο ταφής και αποθήκευσης, όταν αυτός εγκαινιαστεί επίσημα και αρθούν τα μέτρα ασφαλείας, που ισχύουν ακόμη. Το έργο έγινε στο Τεχνολογικό και Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου (Τ.Π.Π.Λ.), ένα χώρο που ιστορικά χαρακτηρίζεται ως «Παρθενώνας της αρχαίας τεχνολογίας» και «Λίκνο του βιομηχανικού εκσυγχρονισμού της σύγχρονης Ελλάδας».

Εδώ οι Αθηναίοι, κατά την διάρκεια του Χρυσού Αιώνα του Περικλή, έβγαζαν τόσο ασήμι, όσο ήταν αρκετό για να αγοραστούν οι τριήρεις, με τις οποίες απέκτησαν υπεροπλία στην Μάχη της Σαλαμίνας, και νίκησαν τους Πέρσες. Αλλά κι όταν η Ελλάδα ξαναγεννήθηκε μετά την τουρκοκρατία, στο Λαύριο δημιουργήθηκε η πρώτη βιομηχανική εγκατάσταση. Τα μεταλλουργεία του Λαυρίου γίνονται και πάλι κέντρο ανάπτυξης. Όμως από αυτήν την πολύ βαριά βιομηχανική δραστηριότητα, δημιουργήθηκε ένα πολύ σημαντικό περιβαλλοντικό πρόβλημα. Το οποίο παρέμενε άλυτο μέχρι που το ΕΜΠ, στις ημέρες μας, προς όφελος του περιβάλλοντος αλλά και της ίδιας της ζωής του πολίτη, αποφάσισε να διαχειριστεί όλες αυτές τις πολύ επικίνδυνες ουσίες, που βρίσκονταν στον χώρο του μεταλλουργικού εργοστασίου , χρησιμοποιώντας σύγχρονη τεχνολογία και καινοτόμες εφαρμογές.

Η ρύπανση ήταν διάσπαρτη. Όλα αυτά τα χρόνια, τα απόβλητα από την μεταλλουργική δραστηριότητα, μεταφέρονταν από το ένα σημείο του Πάρκου, στο άλλο. Τι έδειξαν οι μετρήσεις του ΕΜΠ: «Σύμφωνα με τα γερμανικά επιτρεπτά όρια, για εμπορικές και βιομηχανικές περιοχές, το αρσενικό πρέπει να φτάνει 140 ppm . Στο Λαύριο το αρσενικό έφτανε τα 8.500 ppm, στο κάδμιο, με όριο τα 60 ppm, στα χώμα μέσα στο τεχνολογικό πάρκο Λαυρίου είχαμε ένδειξη 600 ppm. Ο μόλυβδος, με όριο τα 2000 ppm, έφτανε τα 47.000 ppm» λέει ο κ. Δημήτρης Καλιαμπάκος.

Η προσπάθεια για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα υψηλών συγκεντρώσεων τοξικών ρύπων, καθοδηγήθηκε από δύο στόχους: Να εκμηδενιστεί πρακτικά ο κίνδυνος για τον άνθρωπο και να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος για το οικοσύστημα.

Η πρώτη λύση ήταν να σκαφτεί ο χώρος και να συγκεντρωθούν τα ρυπασμένα εδάφη σε έναν υδατοστεγανό χώρο απόθεσης, (Χώρος Υγειονομικής Ταφής Ρυπασμένων Εδαφών-Χ.Υ.Τ.Ρ.Ε.), εντός του Τ.Π.Π.Λ. με χρήση της τεχνολογίας «ξηρού τάφου». Με αυτόν τον τρόπο, οι επικίνδυνες ουσίες δεν θα διαλύονταν στο νερό της βροχής, και δεν θα κατέληγαν στον υδροφόρο ορίζοντα.

Η δεύτερη λύση, ήταν να δημιουργηθεί ένας ακόμη χώρος, υπόγειος, όπου θα συγκεντρώνονταν τα πιο επικίνδυνα απόβλητα, όπως σκόνες αρσενικού, χημικά αντιδραστήρια ή παλαιοί μετασχηματιστές, που χρειάζονταν ειδικές συνθήκες φύλαξης.

«Να τονίσουμε, όμως, πως οι δύο λύσεις αυτές, δεν αφορούν γενικότερα το περιβαλλοντικό πρόβλημα όλης της περιοχής ή άλλων τοξικών αποβλήτων από άλλες περιοχές της Ελλάδας, αλλά αφορούν την διαχείριση, μόνον των αποβλήτων που βρίσκονται στο Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου» λέει ο κ. Καλιαμπάκος, εκπρόσωπος του ΕΜΠ, μέλος της επιστημονική επιτροπής παρακολούθησης του έργου.

Η ουσία, είναι, όμως, πως από αυτήν την πιλοτική εφαρμογή, και η τεχνογνωσία αλλά και η μεθοδολογία είναι πια διαθέσιμη και σε άλλες περιοχές με ανάλογα προβλήματα. Για την πλήρη περιβαλλοντική θωράκιση του έργου δημιουργήθηκε ένα πρότυπο περιβαλλοντικό εργαστήριο που παρακολουθούσε τα επίπεδα μόλυνσης, όλων των επικίνδυνων στοιχείων, σε κάθε φάση του έργου. Το σύστημα περιβαλλοντικού ελέγχου είχε στοιχεία για την ρύπανση ανά ώρα, επί 1,5 χρόνο. Ούτε μια φορά δεν ξεπέρασε η αέρια ρύπανση τα όρια, όπως μας πληροφόρησε ο αναπληρωτής καθηγητής του ΕΜΠ. Η ύψιστη βαρύτητα δόθηκε και στην ασφάλεια των εργαζομένων. Για προληπτικούς λόγους, χρησιμοποιηθήκαν στολές μιας χρήσης ενώ οι έλεγχοι για την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας ήταν συνεχείς.

Οι καινοτομίες που εφαρμόστηκαν, τόσο για την κατασκευή του ΧΥΤΡΕ όσο και του υπόγειου χώρου ήταν αρκετές. Ο γεωσυνθετικός φραγμός που χρησιμοποιήθηκε για την στεγανοποίηση του ΧΥΤΡΕ παραγγέλθηκε από την Γερμανία. «Το υλικό αυτό είναι εξαιρετικά συμπιεσμένο και είναι πολύ πιο στεγανό από την γεωμεμβράνη. Για παράδειγμα 8 χιλιοστά ενός τέτοιου γεωσυνθετικού φραγμού αντιστοιχούν σε ένα στρώμα αργίλου πάχους μεγαλύτερου των 50 μέτρων. Έτσι, είχαμε περισσότερο χώρο αποθήκευσης του ρυπασμένου χώματος και απόλυτη στεγανότητα» λέει ο κ. Δημήτρης Καλιαμπάκος. Τι θα γίνει στη συνέχεια; Σε κάποιες δεκάδες χρόνια, όπως μας λέει ο ίδιος, θα υπάρχει η τεχνολογία εκείνη, που αυτό το ρυπασμένο χώμα θα μπορεί να το επεξεργαστεί ως μετάλλευμα, και σίγουρα θα χρησιμοποιηθεί και πάλι στην παραγωγική διαδικασία.

Η κατασκευή του ΧΥΤΡΕ κόστισε € 3.5 εκ, χρηματοδοτήθηκε από το Γ ΚΠΣ, ενώ το ΕΜΠ συνέλαβε την ιδέα, έκανε τις αρχικές μελέτες, προκήρυξε το έργο και η Τεχνική Υπηρεσία του επέβλεψε την άρτια κατασκευή του. Ανάδοχος του έργου ήταν η Πρίσμα Δομή ΑΤΕ. Τα μισά χρήματα από το συνολικό κόστος, δαπανήθηκαν για την στεγάνωση. Ο σχεδιασμός του ΕΜΠ απέφερε και μείωση του κόστους, περισσότερο από το 50%. Ενώ, δηλαδή, για παρόμοια έργα, το μέσο κόστος, στην Ευρώπη για την εκσκαφή και τον εγκιβωτισμό είναι € 74/m3, στην περίπτωση του ΧΥΤΡΕ, αυτό έφτασε μόλις στα € 31/ m3. Το πλεονέκτημα της διαχείρισης των αποβλήτων στην καρδιά της ρύπανσης, έλυσε το πρόβλημα του κόστους της μεταφοράς.

Στην περίπτωση των επικίνδυνων αποβλήτων, το ΕΜΠ επέκτεινε πανάρχαιες μεταλλευτικές μεθόδους σε μια εξαιρετικά σύγχρονη εφαρμογή. Το κτίριο του Κωνοφάγου, που βρίσκεται μέσα στον χώρο του Τεχνολογικού Πάρκου ήταν γεμάτο αρσενικό. Το συγκεκριμένο κτίριο, πήρε το όνομά του, από τον καθηγητή μεταλλογνωσίας, που προσπάθησε να σταματήσει τον αποδεκατισμό των εργατών από τους ατμούς του αρσενικού. Στο συγκεκριμένο κτίριο, που δεν έχει πατώματα, τοποθετήθηκαν διάφορα επίπεδα με σακιά, σακόφιλτρα, τα οποία συγκρατούσαν τα επικίνδυνα καπναέρια, γλιτώνοντας από την δηλητηρίαση όσους εργάζονταν σε αυτό. Το αρσενικό, όμως, παρέμενε μέσα στο κτίριο. Περίπου 1 τόνος βρέθηκε στο εσωτερικό του, όταν η κατάποση ακόμη και ενός δέκατου του γραμματίου μπορούν να αποδειχτεί θανατηφόρα. Παλιοί μετασχηματιστές με κλοφέν και άλλες επικίνδυνες ουσίες έπρεπε να αποθηκευτούν εκτός ΧΥΤΡΕ.

Η επιλογή να μεταφερθούν όλες οι παραπάνω ουσίες σε ειδικό χώρο στο εξωτερικό όπου θα αποθηκευτούν με ασφάλεια για εκατοντάδες χρόνια ήταν οικονομικά ανεφάρμοστη. «Αντί αυτού φτιάξαμε ένα υπόγειο χώρο, αντίστοιχο με τους πιο σύγχρονους χώρους διάθεσης ειδικών αποβλήτων του εξωτερικού μέσα στο τεχνολογικό πάρκο Λαυρίου» μας εξηγεί ο κ. Καλιαμπάκος

Ετσι, σε συγκεκριμένο χώρο του Τεχνολογικού Πάρκου κατασκευάστηκε υπόγειος χώρος, με την πανάρχαια μεταλλευτική τεχνική των θαλάμων και στύλων. Με μεγάλες κολώνες από το ίδιο το πέτρωμα να στηρίζουν την οροφή του υπογείου και ανοίγοντας θαλάμους. Είναι το πρώτο μεταλλείο στον κόσμο, εξηγεί ο αναπληρωτής καθηγητής του ΕΜΠ που κατασκευάστηκε ειδικά για την αποθήκευση επικίνδυνων αποβλήτων. Παλιά μεταλλεία, στο εξωτερικό ανακατασκευάζονται για παρόμοιους σκοπούς, όπως στην Γερμανία, όμως, το ΕΜΠ προτίμησε να φτιάξει από την αρχή ένα μικρό μεταλλείο, δύο στρεμμάτων, μέγιστης χωρητικότητας 5000 τόνων ειδικών αποβλήτων. Με ειδικές τεχνικές στις εκρηκτικές ύλες που χρησιμοποιήθηκαν για την διάνοιξη των θαλάμων, προστατεύτηκαν τα μισογκρεμισμένα αλλά διατηρητέα από το υπουργείο Πολιτισμού, κτίσματα που το κοντινότερο βρίσκονταν σε απόσταση 35 μέτρων, από τον υπόγειο χώρο. Τα τοποθετημένα ρωγμήμετρα δεν έδειξαν την παραμικρή ρωγμή ή μετακίνηση των κτιρίων.

Μέσα στον υπόγειο χώρο, θα τοποθετηθούν τα βαρέλια με την σκόνη του αρσενικού που θα συγκεντρωθεί από το κτίριο του Κωνοφάγου, όπως και άλλα χημικά αντιδραστήρια του παλαιού μεταλλουργικού εργοστασίου και ο χώρος, θα ασφαλιστεί χρησιμοποιώντας τις πιο αυστηρές διεθνείς προδιαγραφές.

Η σύλληψη της ιδέας του έργου, οι αρχικές μελέτες η προκήρυξη και η παρακολούθηση και επίβλεψη των εργασιών έγιναν από το ΕΜΠ. Το υπόγειο έργο κόστισε 2. 618.000 ευρώ και ανάδοχος του ήταν η ΠΡΟΕΤ Α.Ε.

«Αποδείξαμε ότι μπορούμε να διαχειριζόμαστε οικονομικά και με πολύ αποτελεσματικό τρόπο τα ειδικά απόβλητα. Εάν οι 5000 τόνοι τοξικών αποβλήτων έπρεπε να πάνε στο εξωτερικό, στους ειδικούς χώρους εναπόθεσης, το ελληνικό κράτος έπρεπε να πληρώσει, το λιγότερο, 1500 ευρώ τον τόνο. Που σημαίνει ότι για αυτήν την δυναμικότητα θα έπρεπε να πληρώσουμε 7,5 εκατομμύρια ευρώ» καταλήγει ο κ. Καλιαμπάκος, δηλαδή το τριπλάσιο του κόστους κατασκευής του έργου.