Πάντοτε φανταζόμουν τον παράδεισο σαν ένα είδος βιβλιοθήκης.
Χόρχε Λουί Μπόρχες

Εν έτει 2000, το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να στηρίξει ένα νέο θεσμό στην εκπαίδευση: τις σχολικές βιβλιοθήκες. Όχι ότι δεν υπήρχαν σχολικές βιβλιοθήκες μέχρι τότε. Υπήρχαν, αλλά υπολειτουργούσαν ή λειτουργούσαν στοιχειωδώς, και πάντοτε εθελοντικά, χάρη σε μεμονωμένες πρωτοβουλίες ρομαντικών εκπαιδευτικών. Τα βιβλία συνήθως τα χάριζαν μαθητές και γονείς στο τέλος της σχολικής χρονιάς και κάπως έτσι κουτσά στραβά εμπλουτιζόταν η βιβλιοθήκη. Σε ελάχιστες περιπτώσεις γίνονταν και δωρεές από Δήμους ή από τράπεζες και άλλους φορείς. Εκπαιδευτικοί που είχαν λίγες γνώσεις βιβλιοθηκονομίας τις οργάνωναν όπως μπορούσαν και οι μαθητές δανείζονταν βιβλία στα διαλείμματα.

Αυτά μέχρι το 2000. Εκείνη τη χρονιά, δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα οι “500 Σχολικές Βιβλιοθήκες ΕΠΕΑΕΚ”. Τα κριτήρια ήταν τα εξής: ελεύθερος χώρος συγκεκριμένων τετραγωνικών μέτρων σε κάθε σχολείο -δηλαδή μια ευρύχωρη αίθουσα που θα μπορούσε να στεγάσει τη βιβλιοθήκη-, ένας εκπαιδευτικός, συνήθως φιλόλογος, αλλά όχι απαραίτητα, που θα επιμορφωνόταν κατάλληλα, θα έπαιρνε την αντίστοιχη απόσπαση και θα απασχολούνταν όλο το ωράριό του εκεί, και ένας διευθυντής με όραμα, που θα είχε όλη την καλή διάθεση να στηρίξει την προσπάθεια. Όπου πληρούνταν οι προϋποθέσεις αυτές έγινε η βιβλιοθήκη, και το πρόγραμμα δώρισε έναν ικανοποιητικό αριθμό βιβλίων.

Και εδώ υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Τα βιβλία δεν ήταν αυτά που συνήθως έβρισκε κανείς σε μια σχολική βιβλιοθήκη, δηλαδή παιδικά και εφηβικά μυθιστορήματα μόνο. Περιλάμβανε τίτλους σε κατηγορίες όπως: ξενόγλωσση και ελληνική λογοτεχνία (μυθιστόρημα και διήγημα), ξενόγλωσση και ελληνική ποίηση, ιστορία, γλωσσολογία, λαογραφία, ιστορία και θεωρία της λογοτεχνίας, τέχνη κ.ά. Επίσης, τα βιβλία δεν απευθύνονταν μόνο στους μαθητές, αλλά και στους εκπαιδευτικούς.

Ο εκπαιδευτικός που απασχολούνταν στη βιβλιοθήκη δεν ήταν ένας απλός υπάλληλος που συμπλήρωνε το βιβλίο δανεισμού και φρόντιζε ώστε τα παιδιά να επιστρέψουν τα βιβλία μέχρι τη λήξη του σχολικού έτους. Κάθε άλλο. Σ’ αυτές τις βιβλιοθήκες οι εκπαιδευτικοί βοηθούσαν και κατηύθυναν τους μαθητές στις ερευνητικές τους εργασίες, οργάνωναν πολιτιστικά προγράμματα, καλούσαν συγγραφείς να μιλήσουν με τα παιδιά για το έργο τους, έκαναν προβολές για το μάθημα της ιστορίας, παράγγελναν μουσειοκατασκευές και τις παρουσίαζαν, και πολλά πολλά άλλα.

Οι στόχοι του προγράμματος διατυπώθηκαν επίσημα από το Υπουργείο ως εξής:

Το έργο, άμεσα, απευθύνεται σε μαθητές και καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Έμμεσα όμως ωφελεί και την ευρύτερη κοινότητα στην οποία εντάσσεται η σχολική βιβλιοθήκη. Με τον θεσμό των σχολικών βιβλιοθηκών στηρίζεται η παιδεία και ενισχύεται η εκπαίδευση με καινοτόμο τρόπο για τα ελληνικά δεδομένα, πέρα από το πλαίσιο της παραδοσιακής διδασκαλίας.
Το άτομο ενθαρρύνεται ώστε να μην μένει μόνο στα παραδοσιακά εγχειρίδια αλλά να αναζητάει την πληροφορία και σε άλλες πηγές. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην σύγχρονη κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας να εξοικειώνονται οι μαθητές με την πληροφοριακή διαδικασία σε όλες τις φάσεις της καθημερινής τους ζωής και όχι μόνο στα πλαίσια της εκπαίδευσης.

Προοδευτικά, η σχολική βιβλιοθήκη εξελίσσεται σε σημαντικό κομμάτι της νέας εκπαιδευτικής πραγματικότητας, ξεφεύγοντας από την παραδοσιακή λειτουργία της δανειστικής σχολικής βιβλιοθήκης και παίρνοντας έναν νέο, σημαντικό ρόλο, συμπληρωματικό και ενισχυτικό της διδασκαλίας μέσα στην τάξη.

Τέτοιες βιβλιοθήκες υπήρχαν διασκορπισμένες σε όλη την Ελλάδα. Από την Ικαρία και την Κρήτη μέχρι τον Έβρο. Όπου υπήρχε μια τέτοια βιβλιοθήκη, διαπιστώθηκε αύξηση της “φιλαναγνωσίας” των μαθητών. Υπήρχαν δε πόλεις όπου, ελλείψει δημοτικής, η σχολική βιβλιοθήκη δάνειζε βιβλία σε δημότες και όχι μόνο στα μέλη της σχολικής κοινότητας. Έτσι, το σχολείο έγινε ένας χώρος ανοιχτός στην τοπική κοινωνία. Τα παιδιά μπορούσαν να αποσχολούνται δημιουργικά κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων ή στα κενά τους, παίζοντας σκάκι, διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια, ξεφυλλίζοντας λευκώματα ή σερφάροντας στο διαδίκτυο, πάντοτε με τη βοήθεια και την επίβλεψη του εκπαιδευτικού που κρατούσε τη βιβλιοθήκη. Ο “βιβλιοθηκονόμος” δε, ανέπτυσσε συνήθως με τα παιδιά μια διαφορετική σχέση, καθώς δεν εμπλεκόταν καθόλου στη διδασκαλία ή την αξιολόγησή τους, παρά τα υποδεχόταν σ’ ένα χώρο που ήταν αποκλειστικά δικός τους.

Μια τέτοια βιβλιοθήκη, που λειτουργούσε τουλάχιστον υποδειγματικά, ήταν και η σχολική βιβλιοθήκη του 1ου Γυμνασίου Λαυρίου. Σε μια ούτως ή άλλως υποβαθμισμένη μετά την αποβιομηχανοποίησή της πόλη, λειτουργούσαν κάποτε τρεις βιβλιοθήκες: Η Δημοτική, που έκλεισε για να γίνει το ΚΕΠ (τα βιβλία της σήμερα έχουν καταχωνιαστεί σ’ ένα υπόγειο και τα τρώει η υγρασία). Η Εφηβική, που έκλεισε κι αυτή, αφήνοντας άνεργους τρεις υπαλλήλους. Και η Σχολική, που έκλεισε επίσης το 2011, στο πλαίσιο μιας πολιτικής “εξορθολογισμού” του ωραρίου των καθηγητών, που ήθελε οι αποσπασμένοι στις βιβλιοθήκες εκπαιδευτικοί να επιστρέψουν στις τάξεις. Ένας χώρος που άλλοτε έσφυζε από ζωή, που ήταν επισκέψιμος πολλές φορές και μετά το πέρας των μαθημάτων, που συχνά τον επισκέπτονταν παλιοί μαθητές, σημερινοί φοιτητές, ή εκπαιδευτικοί από γειτονικά σχολεία, σήμερα ρημάζει.

Τελικά βγήκε μια εγκύκλιος σύμφωνα με την οποία, αν κάποιο σχολείο έχει μια τέτοια βιβλιοθήκη και ένας εκπαιδευτικός πρέπει να συμπληρώσει το ωράριό του, μπορεί να λειτουργεί η βιβλιοθήκη από 2 έως 6 ώρες την εβδομάδα. Σε πολύ λίγες περιπτώσεις εφαρμόστηκε. Αλλού δεν υπήρχε ο εκπαιδευτικός, αλλού ο διευθυντής δεν ήθελε άλλον έναν μπελά στο κεφάλι του.

Η Σχολική Βιβλιοθήκη του 1ου Γυμνασίου Λαυρίου είναι ένας θησαυρός. Δε θα τον ανακαλύψει κανένας μαθητής. Φέτος βάψανε την πόρτα. Μια βαμμένη πόρτα που δεν ανοίγει ποτέ.