Γοητεία ανάλογη της µουσικής έχουν τα παραµύθια, ανακάλυψε, χάρη και στα εγγόνια του, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος διηγείται, στη σκηνή του Ακροπόλ πια, το έργο «Για να γίνει ο χρόνος καινούργιος/ Παρα-µυθία».

Ο Διονύσης Σαββόπουλος απολαµβάνει τη χαρά να λέει παραµύθια. Από τα καλά, όχι από τ’ «άλλα»,από εκείνα που µας «πουλάνε». Και τραβά διαχωριστική γραµµή: Το παραµύθι – εξηγεί – λέει ψέµατα για να πει την αλήθεια, ενώ η πολιτική λέει παραµύθια για να κρύψει την αλήθεια.

Δανείζοµαι λόγια σας: «Επιστρέφουµε σε µια παλιά συλλογική φαντασία για να ξαναβρούµε εκείνη την ευρωστία και τη διαύγεια που µπορούν να κάνουν τον χρόνο καινούργιο και τον κόσµο έγχρωµο ξανά». Συλλογική φαντασία έχουµε. Συλλογική συνείδηση όµως;
Δεν έχουµε εµπιστοσύνη πια στους πολιτικούς. Αλλά και στους πανεπιστηµιακούς και στα ΜΜΕ, στους διανοούµενους και τους τραγουδιστές.Και προπαντός δεν έχουµε εµπιστοσύνη ούτε στον εαυτό µας. Αυτό το ζόρι έχουµε τώρα.

Τι χρειαζόµαστε τελικά;
Αµα δεν έχεις εµπιστοσύνη στον εαυτό σου, πρέπει να τονεκπλήξεις. Να τον ξυπνήσεις εκπλήσσοντάς τον. Να κάνεις κάτι τόσο τολµηρό και ωραίο, που να λες «µα εγώ το ‘κανα αυτό;».
Ας το σκεφτεί ο καθένας µας κατ’ ιδίαν. Κανονικά µε τέτοια πανέµορφη χώρα, µε τόσοζωντανούς ανθρώπους, θα ‘πρεπε ναήµασταν τώρα ανάµεσα στους καλύτερους της Ευρώπης. Δεν µας αξίζει τίποτα λιγότερο.

Με το ΔΝΤ θα γίνουµε καινούργιοι;
Οχι. Από παλαιοτάτων χρό νων οι κυβερνήσεις καταχρέωναν τη χώραγια να µας δωροδοκήσουν, ώσπου φωνάξαµε το ΔΝΤγιατί δεν είχαµε να πληρώσουµε µισθούςκαι συντάξεις. Θα γίνουµε καινούργιοι αν αποκτήσουµε την αξιοπιστία µας, αν σταθούµε στα πόδια µας. Τότε δεν θα µας χρειάζεται κανένα ΔΝΤ.

«Τα παιδιά είναι αχόρταγα για παραµύθια», είπατε. Οι µεγάλοι πότε θα πάψουν να χορ-ταίνουν;
Αλλο το ψέµα κι άλλο τα παραµύθια. Το παραµύθι της τέχνης λέει ψέµατα για να πει την αλήθεια, ενώ η πολιτική, όταν µας λέει παραµύθια, το κάνει µόνο και µόνο για να κρύψει την αλήθεια. Το παραµύθι της τέχνης πάντα θα το χρειαζόµαστε και πάντα θα µαςγοητεύει, ενώ στο παραµύθι της πολιτικής ελπίζω κάποτε πια να πούµε basta!

Στραφήκατε στα παιδιά γιατί έχετε απογοητευτεί από τους µεγαλύτερους;
Οχι γι’ αυτό. Λέω στα εγγόνια µου παραµύθια κι εξασκήθηκα. Ανακάλυψαµάλιστα µαζί τους ότι, όταν η αφήγησηγίνεται µε µεράκι, µοιάζει πολύ µε µουσική γιατί έχειρυθµό, τονικότητες, εύγλωττες παύσεις, µικρές και µεγάλες αναπνοές. Στο Μέγαρο, στην τεράστια αίθουσα, παιδιά και παιδάκια µ’ άκουγαν ήσυχα και προσεκτικά. Τους άρεσα.

«Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά; Ετσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα…», τραγουδήσατε πριν από περίπου 30χρόνια µε τοκοµµάτι «Τι έπαιξα στο Λαύριο». Τι θα παίζατε γιατην Κερατέα σήµερα;
Το ρεφρέν από την «Πρωτοµαγιά»: «Σε παραλίες σκουπιδοτόπων / µε κασετόφωνα κι εγώ / µια πολιτεία σωριασµένη έχω σκοπό / όλα είναι τόσο τροµαγµένα / µα τ’ αγαπάω ο φτωχός / δώσ’ µου τα λόγια επιτέλους / να µην είµαι µοναχός».

Αυτό που ζει η χώραείναι η δική της «Θεογονία»; Ποιος ξέρει; Είµαστε µόνο στην αρχή, εκεί όπου όλα ήταν νύχτα, ζοφερά και ασέληνα.

Τελευταία δεν γράφατε τραγούδια διότι «οι δηµοσιογράφοι διαρκώς ρωτούσαν γι’ αυτό». Γράψατε όµως µερικά, καµουφλαρισµένα σε παιδικά, όπως έχετε πει. Ποια ήταν η κινητήρια δύναµη;
Εκανα ένα σουρπράιζ στον εαυτό µου. Εχω 11 χρόνια να γράψω κάτι και ξαφνικά, τσουπ, έβγαλα µαζεµένα τέσσερα CDs στα περίπτερα.

Τι σας κάνει να λάµπετε από χαράστις µέρες µας;
Ο,τι πάντοτε. Τα γέλια, η µουσική, η αγάπη… Και τι σας σκοτεινιάζει;
Οτι λιγοστεύουν. Ενώ αυξάνουν η βία και η αποξένωση.

ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ