Συχνά το άλλοθι για την καταδίκη ενός ολοένα και
διογκούμενου τμήματος του παγκόσμιου πληθυσμού στην πείνα και στην εξαθλίωση
είναι ο υπερπληθυσμός της Γης. Με το επιχείρημα αυτό συντάσσονται και οι
θιασώτες της γενετικής τροποποίησης των καλλιεργειών, αλλά και εκείνοι της
πλήρους εντατικοποίησης της γεωργίας, καθώς διατείνονται ότι με την αύξηση των
ποσοτήτων των τροφίμων θα καταπολεμηθεί η πείνα. Τα νούμερα, όμως, τους
διαψεύδουν.

     Σύμφωνα με την
Greenpeace, περισσότεροι από 40 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν ετησίως απ΄την
πείνα, την ίδια στιγμή που καθημερινά παράγονται 356 κιλά δημητριακών ανά
άτομο. Η αιτία της πείνας δεν είναι η έλλειψη αγαθών, αλλά η μεθοδευμένη και
σκόπιμη ανακατανομή τους. Όπως έλεγε ο Gandhi, “η γη διαθέτει επαρκείς
πόρους για να ικανοποιήσει τις ανάγκες όλων, εφόσον βέβαια σταματήσει η
απληστία ορισμένων”.
     Το 20% του
παγκόσμιου πληθυσμού ελέγχει και εμπορεύεται το 75% των παγκόσμιων πόρων,
κερδοσκοπώντας μέσω των πολυεθνικών εταιρειών της γεωργίας, της ιδιωτικοποίησης
των νερών και των νόμων του παγκόσμιου εμπορίου. Αυτή η διαφορετική δυνατότητα
πρόσβασης στην τροφή είναι αποτέλεσμα συσχετισμού δυνάμεων και στηρίζεται στην
κλοπή της σοδειάς των φτωχών κρατών από τα πλούσια. Δεν είναι τυχαίο ότι οι
πληθυσμοί που μαστίζονται από την πείνα κατοικούν στα πιο εύφορα εδάφη του
κόσμου και, μάλιστα, οι χώρες τους είναι από τις πρώτες στις εξαγωγές τροφίμων!
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ανέκαθεν τα ισχυρά κράτη αποσπούσαν τη σοδειά από τα
φτωχότερα, και αυτό γινόταν είτε με βίαιο τρόπο (πόλεμο), είτε με τη μορφή
φόρου που έπρεπε να πληρώνει ένα αδύναμο ή κατακτημένο έθνος για να μην του
επιτεθεί το κυρίαρχο κράτος. Για παράδειγμα, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθιστούσε
υποχείριό της κάθε κράτος που κατακτούσε, παίρνοντας το σύνολο σχεδόν της
σοδειάς του. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, για την
πτώση της οποίας θεωρείται ότι ευθύνεται, εν πολλοίς, η απώλεια από τους Πέρσες
και τους Άραβες των κρατών που την τροφοδοτούσαν, όπως η Συρία και η Βόρεια
Αφρική. Είναι επίσης γνωστό το σύστημα φόρων μέσω απόδοσης της σοδειάς, που
εφάρμοζε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στα κράτη της επικράτειάς της.
     Από τον 15ο αιώνα
έως και τις αρχές του 20ού, τα ευρωπαϊκά κράτη δημιούργησαν ένα αποικιοκρατικό
σύστημα εκμετάλλευσης σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Το σύστημα αυτό στηριζόταν στην
ανακάλυψη νέων ανεξερεύνητων περιοχών από ένα ευρωπαϊκό κράτος, το οποίο στη
συνέχεια εκμεταλλευόταν όλους τους πόρους (είτε φυσικούς είτε ανθρώπινους) που
είχε κάθε περιοχή, δημιουργώντας ένα ισόβιο status quo μεταξύ των ισχυρών και
εύπορων Ευρωπαίων και των υποτελών και φτωχών γηγενών. Το γεγονός αυτό, πέρα
από τον αφανισμό μέρους των γηγενών πληθυσμών και την ανάπτυξη της δουλείας,
είχε ως αποτέλεσμα και την αρπαγή της σοδειάς των γηγενών πληθυσμών, την οποία
οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες εξαγόραζαν έναντι πινακίου φακής, εξασφαλίζοντας
τεράστια κέρδη από τις πωλήσεις στην Ευρώπη.
     Αυτό το φαύλο
μοντέλο “ανάπτυξης” επιβλήθηκε διά της βίας, σε εποχές που στα
ιστορικά βιβλία περιγράφονται ως “εκπολιτισμός” των ιθαγενών στην
Αφρική, την Αμερική και την Αυστραλία. Περιελάμβανε κατάσχεση της γης, σφαγές
και κλοπές κοπαδιών, κεφαλικό φόρο σε χρήμα, υποχρεωτικό εκχρηματισμό των
ανταλλαγών, στρατόπεδα εργασίας, ακόμη και θρησκευτική προπαγάνδα για τα καλά
της (έμμισθης) εργασίας.
     Μάλιστα, από τον
17ο αιώνα δημιουργήθηκαν σε κάθε κράτος και αντίστοιχες εταιρείες, οι οποίες
είχαν εξασφαλίσει στις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους το μονοπώλιο του εμπορίου
από και προς μια συγκεκριμένη περιοχή. Οι πιο γνωστές ήταν η Αγγλική και η Ολλανδική
Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, οι οποίες λειτουργούσαν ως εμπορικοί στρατοί,
εξασφαλίζοντας τον έλεγχο των αποικιών, αλλά και τεράστια κέρδη για τους
μετόχους τους. Μάλιστα, η Αγγλική Εταιρεία έφτασε να έχει τέτοια δύναμη, ώστε
να κηρύξει δύο φορές τον πόλεμο κατά της Κίνας (οι πόλεμοι του οπίου), με τους
οποίους η Αγγλία απέκτησε (μέχρι και το 1997) το Χονγκ Κονγκ.
     Όμως οι αρπαγές
της σοδειάς δεν γίνονταν πάντα από άλλα κράτη, με τη μορφή πολέμων ή
αποικιοκρατικών συστημάτων. Είναι καταγεγραμμένες και αρπαγές από το ίδιο το
κράτος, σε περιπτώσεις κρατών όπως η Σοβιετική Ένωση. Ανάμεσα στα άγνωστα
γεγονότα της σοβιετικής ιστορίας παρέμενε για πολύ καιρό και ο μεγάλος λιμός
των ετών 1932-1933, τα θύματα του οποίου ξεπέρασαν σύμφωνα με έγκυρες πηγές τους
6.000.000 άνθρωπους. Κάθε χρόνο το κράτος συνέλεγε, δήθεν για τις ανάγκες του,
ένα ποσοστό της αγροτικής παραγωγής. Το 1930, το κράτος συνέλεξε το 30% της
αγροτικής παραγωγής στην Ουκρανία, 38% στις πλούσιες πεδιάδες του Κουμπάν στον
βόρειο Καύκασο, 33% της σοδειάς στο Καζακστάν. Το 1931, μολονότι η συγκομιδή
ήταν αρκετά κατώτερη, τα αντίστοιχα ποσοστά έφτασαν στο 41,5%, 47% και 39,5%.
Τέτοιας έκτασης παρακράτηση απ΄την πλευρά του κράτους δεν γινόταν, παρά για να
αποδιοργανώσει πλήρως τον παραγωγικό κύκλο. Επιπλέον, οι αγρότες έπρεπε να
κρατήσουν το 12-15% για την επόμενη σπορά, το 25-30% για ζωοτροφές και ένα
μικρό π     οσοστό για την ιδιωτική τους
κατανάλωση.
     Το 1932, το πλάνο
της παρακράτησης ήταν κατά 32% ανώτερο από το αντίστοιχο του 1931. Υπό αυτές
τις συνθήκες ο αγροτικός πληθυσμός οδηγήθηκε στην εξαθλίωση και το θάνατο. Τον
Αύγουστο του 1932, ο Μολότοφ ανέφερε στο Πολιτικό Γραφείο ότι υφίστατο
“πραγματική απειλή λιμού, ακόμη και στις περιοχές όπου η συγκομιδή ήταν
εξαιρετική”. Ακόμα και σκληροί σταλινικοί ζήτησαν από τον Στάλιν και τον
Μολότοφ να ελαφρύνουν το πλάνο συλλογής εισφορών, αλλά αυτοί όχι μόνο δεν τους
άκουσαν, αλλά μερικές ημέρες αργότερα έστειλαν στις τοπικές αρχές εγκύκλιο που
διέταζε ότι, από τα κολχόζ τα οποία δεν είχαν ακόμη εκπληρώσει το πλάνο τους,
“έπρεπε αμέσως να αφαιρεθούν όλα τα σιτηρά που είχαν στη διάθεσή τους,
ακόμη και οι σπόροι που συνιστούν προμήθεια για την σπορά!”
     Υποχρεωμένοι να
παραδώσουν κάτω από απειλές, ακόμη και βασανιστήρια, όλα τα ισχνά τους αποθέματα,
μη έχοντας ούτε τα μέσα ούτε τη δυνατότητα να αγοράσουν ο,τιδήποτε, εκατομμύρια
αγρότες των πιο πλούσιων αγροτικών περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης αφέθηκαν έτσι
στο έλεος του λιμού και δεν είχαν άλλη σωτηρία από το να φύγουν, με προορισμό
τα μεγάλα αστικά κέντρα. Την ώρα που, το 1933, εκατομμύρια αγρότες πέθαιναν από
την πείνα, η σοβιετική κυβέρνηση συνέχιζε τις εξαγωγές στο εξωτερικό 18.000.000
κανταριών (εκατόκιλων) σιτηρών “για τις ανάγκες της
βιομηχανοποίησης”.
     Ένα ακόμα έγκλημα
κατά της ανθρωπότητας συνέβη το 1943, όταν, μεσούντος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου,
η Μεγάλη Βρετανία απόσπασε διά της βίας 80.000 τόνους σιτηρών από τη Βεγγάλη
της Ινδίας, μέσω ενός αποικιακού συστήματος πληρωμής ενοικίου. Σύμφωνα με τον
Ινδό ιστορικό Κάλι Χάραν Γκος, πάνω από το 1/5 της εθνικής παραγωγής της Ινδίας
αποσπάστηκε για να ικανοποιήσει τις πολεμικές ανάγκες των Άγγλων. Εκείνο τον
καιρό, η Ινδία αποτελούσε το κέντρο των προμηθειών του Βρετανικού Στρατού.
Ιδιαίτερα οι φτωχοί γεωργοί της Βεγγάλης παρέδωσαν πάνω από τα 2/3 της
παραγωγής τους, ενώ την ίδια στιγμή διπλασιαζόταν το χρέος τους. Το γεγονός
αυτό, σε συνδυασμό με την αισχροκέρδεια και την κερδοσκοπία των εμπόρων,
οδήγησε στον θάνατο πάνω από 3,5 εκατομμύρια Ινδούς, ενώ σχεδόν 20 εκατομμύρια
οδηγήθηκαν στην εξαθλίωση και τη μετανάστευση.
     Το έγκλημα αυτό,
που είναι γνωστό ως “ο λιμός της Βεγγάλης” και είναι αντίστοιχο με
άλλα εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας, όπως εκείνα των Ναζί, ουδέποτε
τιμωρήθηκε, καθώς ποτέ δεν αποδόθηκαν ευθύνες. Η δε Αγγλία ποτέ δεν πλήρωσε
αποζημιώσεις στον λαό της Βεγγάλης.
     Οι αιτίες γι΄αυτή
τη συγκάλυψη είναι δύο: Πρώτον, το αποτέλεσμα του πολέμου κατέταξε τους Άγγλους
στην πλευρά των νικητών (και δυστυχώς τα εγκλήματα των νικητών, ποτέ δεν
τιμωρούνται, αφού πάντα οι μετέπειτα συσχετισμοί δυνάμεων επιτάσσουν τη
δαιμονοποίηση του χαμένου και την ηρωοποίηση του νικητή, του οποίου τα
οποιαδήποτε εγκλήματα είναι δικαολογημένα για την ελευθερία και τη νίκη κατά
του Κακού – βλ. ρίψη ατομικών βομβών). Δεύτερον, δυστυχώς ακόμα και σήμερα οι
μαζικοί θάνατοι από πείνα δεν θεωρούνται έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας, παρόλο
που η αιτία τους είναι συγκεκριμένα κράτη, συγκεκριμένες πολιτικές και
συμφέροντα. Σύμφωνα με τον Ο.Η.Ε., οι θάνατοι από πείνα δεν περιλαμβάνονται
στην έννοια της γενοκτονίας, τη στιγμή που είναι γνωστό ότι η πείνα είναι
υπεύθυνη για τον θάνατο πολλαπλάσιου αριθμού ανθρώπων από ό,τι τα θύματα στα
πεδία των μαχών, για τον απλό λόγο ότι η πείνα πλήττει τους πληθυσμούς ακόμα
και όταν οι πόλεμοι τελειώσουν, ενώ πλήττει μαζικά ακόμα και κράτη, στα οποία
δεν έχει γίνει πόλεμος.
     Μάλιστα, στους
κινδύνους μαζικής καταστροφής περιλαμβάνονται στις πρώτες θέσεις διάφοροι
παράγοντες μειωμένης πιθανότητας π.χ. έκρηξη πυρηνικής βόμβας ή πτώση
μετεωρίτη, παρόλο που διάφοροι διεθνείς οργανισμοί τονίζουν ότι η πείνα είναι
το Νο 1 όπλο μαζικής καταστροφής, με συνεχή δράση, από την απαρχή της ύπαρξης
του ανθρώπου στη Γη!
ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΚΛΟΠΗΣ ΤΗΣ ΣΟΔΕΙΑΣ
• Κλοπή μέσω της εξαγοράς γης

     Ενώ στο παρελθόν
η κλοπή της σοδειάς γινόταν με τον “άκομψο” τρόπο των πολέμων ή του
αποικιοκρατικού συστήματος, σήμερα γίνεται με πιο… εκλεπτυσμένα μέσα, τα
οποία μάλιστα χαίρουν και της παγκόσμιας αποδοχής της Κοινής Γνώμης. Η αρπαγή
της σοδειάς γίνεται πλέον μέσω πολυεθνικών επιχειρήσεων, αλλά και διεθνών
οργανισμών, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (W.T.O.), η Παγκόσμια Τράπεζα
και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι πολυεθνικές των τροφίμων χτίζουν τους
παραδείσους τους σε διάφορα “εύφορα” για τις επενδύσεις τους σημεία
του πλανήτη, εκμεταλλευόμενες τις νομισματικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των
κρατών. Οι διαφορές αυτές τους επιτρέπουν να πωλούν το τελικό προϊόν σε τιμές
που επικρατούν στα ανεπτυγμένα κράτη, κρατώντας όμως το κόστος παραγωγής
μηδαμινό, αφού οι πρώτες ύλες, οι μισθοί, οι φόροι κ.ά. είναι στα επίπεδα τιμών
των αναπτυσσόμενων χωρών.
    
“Λαμπρό” παράδειγμα αυτής της πολιτικής είναι η Αιθιοπία. Η
χώρα αντιμετωπίζει ένα από τα μεγαλύτερα διατροφικά προβλήματα παγκοσμίως, αφού
πάνω από 13 εκατομμύρια κάτοικοι υποσιτίζονται. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση έδωσε
7,5 εκατομμύρια στρέμματα της πιο γόνιμης γης σε πολυεθνικές για να εξάγουν
τροφή στους πληθυσμούς/πελάτες τους.
     Λίγα χιλιόμετρα
έξω από την πόλη Awassa της Αιθιοπίας βρίσκονται υπερσύγχρονα θερμοκήπια, ικανά
να παράγουν 50 τόνους τροφή την ημέρα. Ωστόσο, από αυτή την τροφή δεν μένει
τίποτα στην Αιθιοπία, αφού μέσα σε 24 ώρες τα τρόφιμα μεταφέρονται αεροπορικώς
στις αγορές του Κατάρ και του Ντουμπάι. Μάλιστα, ο Σαουδάραβας επιχειρηματίας
Sheikh Mohammed al-Amoudi, που εκμεταλλεύεται αυτά τα 2.500 στρέμματα
θερμοκηπίων, συγκαταλέγεται στους 50 πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο!
Βέβαια, οι 1000 περίπου γυναίκες που εργάζονται στα θερμοκήπια αμοίβονται
πενιχρά και, ενώ παράγουν τα τρόφιμα, οι ίδιες κινδυνεύουν με υποσιτισμό. Η
αγορά μετατρέπει σε είδος πολυτελείας ένα φρούτο λίγα μέτρα από τον τόπο
παραγωγής του όταν, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά απ΄αυτόν, το ίδιο φρούτο
σαπίζει αδιάθετο στο ράφι του πωλητή ή αφάγωτο στο ψυγείο του καταναλωτή.
     Ένα ακόμα
στοιχείο για την Αιθιοπία είναι ότι, στον μεγάλο λιμό της δεκαετίας του ΄80, η
χώρα εξακολουθούσε να τροφοδοτεί με πάνω από 180.000 τόνους καφέ τις
πολυεθνικές του κλάδου! Αντί, δηλαδή, να καλλιεργούνται τα εδάφη με σιτάρι ή
καλαμπόκι για να τραφεί ο υποσιτιζόμενος πληθυσμός, οι πολυεθνικές δέσμευσαν
και δεσμεύουν τεράστιες εκτάσεις για να απολαμβάνουν το ρόφημά τους οι κάτοικοι
του “πολιτισμένου” κόσμου…
     Είναι
χαρακτηριστικό ότι ο πλούσιος Βορράς ζητά προϊόντα, όπως τσάι, κακάο, καφέ,
βαμβάκι, ζάχαρη, ζωοτροφές, τροπικά φρούτα, καπνός, ναρκωτικά – δηλαδή αγαθά με
μικρή ή αρνητική συμβολή στη διατροφή ενός πληθυσμού. Ο Φιλίπ Χάιλμπεργκ, πρώην
τραπεζίτης της Γουόλ Στριτ και σήμερα επικεφαλής της Jarch Capital (εταιρεία
στην οποία μετέχουν αρκετά πρώην στελέχη της CIA και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ),
αγόρασε 4.000.000 στρέμματα εύφορης γης στο Σουδάν, δίπλα στον Νείλο. Το
αντίτιμο εισέπραξε ο Γκαμπριέλ Ματίπ, γιος του Παουλίνο Ματίπ, του οπλαρχηγού
που ελέγχει ολόκληρη την περιοχή με τις συμμορίες του. Για να είναι αποδοτικές
οικονομικά τέτοιες καλλιέργειες, πρέπει να γίνονται με τη μέθοδο της φυτείας,
δηλαδή της απέραντης μονοκαλλιέργειας, με ιδιοκτήτη συνήθως Δυτικοευρωπαίο ή
κάποια εταιρεία.
     Εκεί, λοιπόν, που
κάποτε αραιοί πληθυσμοί γεωργών και κτηνοτρόφων ζούσαν σε αυτάρκεια με ό,τι
παράγει η γη, τώρα ακτήμονες εργάτες δουλεύουν στις φυτείες για (ελάχιστα)
χρήματα, με τα οποία αγοράζουν την τροφή τους που έρχεται από μακριά, ακόμη και
από τον αναπτυγμένο Βορρά (αλεύρι, ρύζι και φτηνά προϊόντα της βιομηχανίας
τροφίμων, όπως μαργαρίνη, γάλα σκόνη, γαριδάκια, ζαχαρωτά κ.λπ.). Πρόσφατα, ο
σουηδικός όμιλος Black Earth Farming απέκτησε 330.000 εκτάρια στη Ρωσία, ενώ το
ρωσικό hedge fund Renaissance Capital επένδυσε σε έκταση στην Ουκρανία, όπου ο
βρετανικός όμιλος Landkom αγόρασε 100.000 εκτάρια σιτοβολώνα. Στον χορό της
εξαγοράς γης έχει μπει και η Ινδία, η οποία μέσω κρατικών δανείων μισθώνει
τεράστιες αφρικανικές εκτάσεις για παραγωγή ρυζιού, οσπρίων και ζαχαροκάλαμου
για τη θρέψη τού διαρκώς αυξανόμενου πληθυσμού της.
     Σήμερα, πάνω από
20 αφρικανικές χώρες πουλούν τη γη τους με μακροχρόνιες μισθώσεις στις
πολυεθνικές εταιρείες, για εντατική καλλιέργεια. Μόνο τους τελευταίους μήνες
του 2010, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις που εξαγοράστηκαν παγκοσμίως ήταν
διπλάσιες από το σύνολο των καλλιεργούμενων εκτάσεων της Γαλλίας! Οι
νοτιοκορεάτικες Αρχές πρόσφατα αγόρασαν 21.000 εκτάρια στην Αργεντινή. Περίπου
10% της έκτασης της λατινοαμερικανικής χώρας -όσο είναι η Ιταλία- ανήκει σε
ξένους επενδυτές. Ο μεγαλύτερος είναι ο ιταλικός όμιλος Benetton, που κατέχει
900.000 εκτάρια, τα οποία τον ανέδειξαν στον μεγαλύτερο ιδιώτη παραγωγό μαλλιού
στον κόσμο.
     Διψασμένες για
κεφάλαια και επένδυσεις, χώρες που βρίσκονται σε άθλια οικονομική κατάσταση δεν
διστάζουν να ξεπουλήσουν τη γη τους, τοποθετώντας οικειοθελώς το κεφάλι τους
στη λαιμητόμο, όπως γράφει η εφημερίδα La Republica, αναφέροντας ως παράδειγμα
την περίπτωση της Καμπότζης. “Φιλοδοξούμε να βάλουμε στα ταμεία μας 3 δισ.
δολλάρια”, δήλωσε τις προάλλες έμπλεος υπερηφάνειας ο Καμποτζιανός
υφυπουργός Οικονομικής Συνεργασίας, Σουός Γιάρα, αναγγέλοντας την ευτυχή
κατάληξη διαπραγματεύσεων με το Κουβέιτ και το Κατάρ για το ξεπούλημα τεράστιων
εκτάσεων.
• Κλοπή γης για παραγωγή βιοκαυσίμων
     Στο Κονγκό, ενώ
οι θάνατοι από την πείνα αυξάνονται, η κυβέρνηση σύναψε συμφωνία με την Κίνα
για παραχώρηση 7 εκατ. στρεμμάτων για παραγωγή βιοκαυσίμων. Ενώ, δηλαδή, ο
πληθυσμός λιμοκτονεί, οι πολυεθνικές παίρνουν τις εκτάσεις για να παράξουν
βιοκαύσιμα! Βρετανικές πολυεθνικές έχουν ήδη κλείσει συμφωνίες με Αγκόλα,
Αιθιοπία, Μοζαμβίκη, Νιγηρία και Τανζανία για βιοκαύσιμα.
     Το 2008, η
νοτιοκορεάτικη εταιρεία Daewoo υπέγραψε συμφωνία με την κυβέρνηση του Μαρκ
Ραβαλομανάνα (πρώην διευθυντή της Τiko, κολοσσού στον αγροδιατροφικό τομέα,
μετέπειτα προέδρου της Μαδαγασκάρης) για ενοικίαση 13 εκατ. στρεμμάτων στη νήσο
– όσο, δηλαδή, η μισή καλλιεργήσιμη έκτασή της. Την ίδια στιγμή, 7 στους 10
κατοίκους της Μαδαγασκάρης βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας. Με λίγα
λόγια, σε λίγα χρόνια η γη δεν θα καλλιεργείται για να παράγονται τρόφιμα για
τους λιμοκτονούντες, αλλά για να γεμίζουν τα ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων που
κατασκευάζουν οι πολυεθνικές.
     Η γη που έχει
υπεξαιρεθεί παγκοσμίως από το 2006 για παραγωγή βιοκαυσίμων ανέρχεται στα 200
εκατομμύρια στρέμματα! Ενώ η παγκόσμια παραγωγή δημητριακών αυξάνεται, μόνον
50% αυτής καλύπτει επισιτιστικές ανάγκες και το υπόλοιπο μετατρέπεται σε
βιοκαύσιμα. Με αυτό τον τρόπο αδρανοποιούνται τεράστιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις
και δημιουργούνται νέες, με αποτέλεσμα τη ραγδαία αποψίλωση των δασών και την
απομύζηση του υδάτινου πλούτου.
    
Οικονομικο-τεχνικές μελέτες απέδειξαν ότι η καλλιέργεια για την παραγωγή
βιοκαυσίμων αφαιρεί από την κατανάλωση ποσότητες δημητριακών που θα μπορούσαν
να καλύψουν 20 φορές το τρέχον παγκόσμιο επισιτιστικό έλλειμμα. Ένα γεμάτο
ρεζερβουάρ βενζίνης από αιθανόλη χρειάζεται δημητριακά που αντιστοιχούν στην
ετήσια διατροφή ενός ανθρώπου. Αποτέλεσμα των καλλιεργειών αυτών είναι η μείωση
παραγωγής δημητριακών για επισιτιστική χρήση, η αύξηση της τιμής τους και η
επιδείνωση του φαινομένου του θερμοκηπίου.
     Το ενδιαφέρον της
Ευρωπαϊκής Ένωσης στα βιοκαύσιμα επιταχύνει τον ρυθμό με τον οποίο
καταστρέφονται τα δάση, που θεωρείται μείζων παράγοντας, ο οποίος συντελεί στην
υπερθέρμανση του πλανήτη (μελέτη της Χόλι Γκιμπς, του Ινστιτούτου Woods για το
Περιβάλλον του Πανεπιστημίου Στάφορντ των Η.Π.Α.). Η αμερικανική τράπεζα Morgan
Stanley αγόρασε χιλιάδες εκτάρια στη Βραζιλία, μια χώρα όπου βρίσκεται ήδη
εγκατεστημένος ο γαλλικός διατροφικός όμιλος Louis Dreyfus, με στόχο την
καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου και την κατασκευή διυλιστηρίων παραγωγής αιθανόλης.
• Κλοπή μέσω της εξαφάνισης της εγχώριας παραγωγής
     Μια ακόμα εύκολη
μέθοδος κλοπής της σοδειάς είναι και η εξαφάνιση της εγχώριας παραγωγής. Στην
Γκάνα υπήρχε μια πλούσια πτηνοτροφία με 400.000 περίπου ορνιθοτροφεία, που
κάλυπταν σχεδόν το σύνολο των αναγκών της χώρας. Τις τελευταίες δεκαετίες, και
με την κατάργηση των δασμών (μέσω του Π.Ο.Ε.), άρχισε μια εκτεταμένη εξαγωγή
κοτόπουλων από την Ευρώπη στην Γκάνα. Αυτό βοηθήθηκε και από την Κοινή Αγροτική
Πολιτική (ΚΑΠ), η οποία επιδοτούσε μέρους του κόστους παραγωγής στην Ε.Ε. για
ανάπτυξη του εξαγωγικού χαρακτήρα των επιχειρήσεων. Έτσι, έφταναν πάμφθηνα
κοτόπουλα στην Γκάνα, με αποτέλεσμα οι ντόπιοι ορνιθοτρόφοι να κλείσουν, αφού
δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν τις τιμές και το 2005 να έχει απομείνει μόνο ένα
ορνιθοτροφείο, το οποίο μάλιστα είναι αμερικανικών συμφερόντων!
     Η ΚΑΠ, εκτός από
την εξαφάνιση της αγροτικής παραγωγής σε πολλά κράτη σε όλο τον κόσμο, είναι
υπεύθυνη και για την εξαφάνιση της εγχώριας παραγωγής των ίδιων των ευρωπαϊκών
κρατών. Μέσω των επιδοτήσεων για καταστροφή των καλλιεργειών, ενίσχυση των
εισαγωγών από Τρίτες χώρες, απαξίωση του αγροτικού κόσμου, αλλά και επιδότηση
καλλιεργειών που δεν ανταποκρίνονται σε βασικές διατροφικές ανάγκες του
ανθρώπου, σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη οδηγήθηκαν σε μείωση του αγροτικού
πληθυσμού και των καλλιεργούμενων εκτάσεων και, συνεπώς, σε πλήρη εξάρτηση από τις
εισαγωγές.
     Ακόμα και η
διαρκώς μειούμενη παραγωγή της Ε.Ε. πάει στις εξαγωγές, την ίδια στιγμή που οι
Ευρωπαίοι είναι στην πρώτη θέση στις εισαγωγές τροφίμων. Όλα τα κράτη, λοιπόν,
χάνουν την αυτονομία τους και υποτάσσονται σε ένα παγκόσμιο εμπορικό σύστημα
χρηματοπιστωτικής υποτέλειας. Είναι
πλέον προφανές γιατί χώρες, όπως η Ελλάδα, με πλούσια αγροτική παράδοση,
αποκόπηκαν τελείως από τη γεωργική παραγωγή
.
• Κλοπή μέσω της βιοπειρατείας

     Ένας άλλος τρόπος
κλοπής της σοδειάς είναι και αυτός της εξαφάνισης των παραδοσιακών ποικιλιών
μέσω της γενετικής μηχανικής και η αντικατάστασή τους από γενετικά
τροποποιημένες. Αυτές παράγονται μόνο από συγκεκριμένες πολυεθνικές που έχουν
και την ανάλογη τεχνογνωσία. Οι εν λόγω εταιρείες δεσμεύουν τον παγκόσμιο
αγροτικό πληθυσμό αναγκάζοντάς τον κάθε χρόνο να αγοράζει σπόρους, αφού οι
σπόροι που παράγονται από την καλλιέργεια είναι στείροι και δεν μπορούν να
ξαναδώσουν παραγωγή. Αυτού του είδους η “βιοπειρατεία” των
πολυεθνικών, εκτός από την καταστροφή της βιοποικιλότητας, έχει ως αποτέλεσμα
την πλήρη εξάρτηση των αγροτών και, κατά συνέπεια, των κρατών από τις
πολυεθνικές εταιρείες. Για να διασφαλίσουν τα αποκλειστικά δικαιώματα πάνω σε
διάφορες μορφές ζωής και ζωντανούς σπόρους, οι εταιρείες ισχυρίζονται ότι
διάφοροι σπόροι και φυτά αποτελούν δικές τους “εφευρέσεις” και,
επομένως, δική τους ιδιοκτησία. Έτσι, εταιρείες όπως η Cargill και η Monsanto
αντιμετωπίζουν το δίκτυο ζωής και τους κύκλους ανανέωσης της φύσης ως
“ληστεία” της ιδιοκτησίας τους…
     Στη διάρκεια της διαμάχης που ξέσπασε κατά
την είσοδο της Cargill στην Ινδία το 1992, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας
δήλωσε: “Φέρνουμε στους Ινδούς αγρότες έξυπνη τεχνολογία που δεν επιτρέπει
στις μέλισσες να σφετερίζονται τη γύρη”. Κατά τις διαπραγματεύσεις για τη
Βιοασφάλεια στον Ο.Η.Ε., η Monsanto μοίραζε φυλλάδια που ανέφεραν ότι “τα
ζιζάνια κλέβουν το φως του ήλιου”. Μια κοσμοθεωρία που ορίζει την
επικονίαση ως “ληστεία από τις μέλισσες” και υποστηρίζει ότι διάφορα
φυτά “κλέβουν” το φως του ήλιου, στοχεύει στην κλοπή της σοδειάς της
φύσης, αντικαθιστώντας τις ελεύθερες, επικονιασμένες ποικιλίες φυτών με υβρίδια
και στείρους σπόρους, και καταστρέφοντας τη βιοποικιλότητα της χλωρίδας με
ζιζανιοκτόνα.
     Στην Ινδία, τη
δεκαετία 1998-2008 εκατομμύρια αγροτικές οικογένειες είχαν οδηγηθεί στην
εξαθλίωση και πάνω από 200.000 απελπισμένοι Ινδοί γεωργοί είχαν αυτοκτονήσει.
Οι πολυεθνικές, με κατάλληλη προπαγάνδα, έπεισαν τους Ινδούς αγρότες να
εγκαταλείψουν τους παραδοσιακούς τρόπους καλλιέργειας και να προτιμήσουν έναν
συγκεκριμένο (γενετικώς τροποποιημένο) σπόρο βαμβακιού -το βαμβάκι ΒΤ-, που θα
τους εξασφάλιζε πολλαπλάσια παραγωγή. Οι εταιρείες (κυρίως η Μοnsanto, που
ελέγχει πάνω από το 70% της παγκόσμιας αγοράς σπόρων) προμήθευαν δωρεάν αρχικά
τον νέο σπόρο (υβρίδιο) στους αγρότες, που είδαν πράγματι την παραγωγή τους τον
πρώτο χρόνο να αυξάνεται θεαματικά.
     Από τον δεύτερο
χρόνο, όμως (βάσει των συμβολαίων που είχαν υποχρεωθεί να υπογράψουν με τις
συγκεκριμένες εταιρείες), ήταν υποχρεωμένοι να αγοράζουν τους σπόρους και να
τους χρησιμοποιούν αυστηρότατα μόνο μέσα στην ίδια χρονιά – χωρίς να
επιτρέπεται να κρατούν ένα μέρος τους για τον επόμενο χρόνο, ακόμα κι αν τους
περίσσευαν! Εάν δεν το έκαναν, τιμωρούνταν με εξοντωτικά πρόστιμα και δεν είχαν
ξανά πρόσβαση στην αγορά σπόρων! Αν και οι εταιρείες εγγυούνταν ότι οι
καλλιέργειες με τους νέους μεταλλαγμένους σπόρους είναι εξαιρετικά ανθεκτικές
σε παράσιτα και ασθένειες, εν τούτοις αποδείχθηκε πως η παραγωγή ευημερούσε
μόνο με χρήση μεγάλου όγκου λιπασμάτων και παρασιτοκτόνων (τα οποία οι αγρότες
είναι υποχρεωμένοι να προμηθεύονται μόνο από τις ίδιες εταιρείες, βάσει των
συμβολαίων τους).
     Έτσι, μέσα σε
λίγα χρόνια, οι αγρότες που εγκατέλειψαν τις παραδοσιακές καλλιέργειες και
στράφηκαν στην καλλιέργεια του βαμβακιού ΒΤ (οδηγώντας την Ινδία στη δεύτερη
θέση παραγωγής βάμβακος στον κόσμο) έπρεπε να δαπανούν ετησίως το 40% του
εισοδήματός τους για αγορά σπόρων, το 20% για λιπάσματα και τουλάχιστον 10% για
παρασιτοκτόνα. Με το υπόλοιπο 30% καλούντο να καλύψουν τα υπόλοιπα έξοδα της
καλλιέργειας (εργατικά, ύδρευση, αποπληρωμές τόκων στις τράπεζες, μισθώματα
εκτάσεων κ.ά.) και, φυσικά, να ζήσουν τις οικογένειές τους. Η κατάσταση συτή,
που επιδεινώνεται δραματικά χρόνο με τον χρόνο, έχει ρίξει σε πραγματική
εξαθλίωση και έσχατη απελπισία εκατομμύρια αγροτών στην Ινδία, που υποθηκεύουν
πλέον κάθε μέτρο γης στις Τράπεζες, σε έναν φαύλο κύκλο που πλουτίζει
ανεξέλεγκτα τις εταιρείες και οδηγεί μαθηματικά τους αγρότες στον αφανισμό.
     Η Ινδία, με
περίπου 700 εκατομμύρια ανθρώπους να ασχολούνται με τη γεωργία, είναι η πατρίδα
του μεγαλύτερου σώματος μικροκαλλιεργητών στον κόσμο, έρχεται δεύτερη μετά την
Κίνα σε παραγωγή ρυζιού και σιταριού, και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους
παραγωγούς τροφής. Κι όμως, είναι ταυτόχρονα η πατρίδα και των περισσότερων
υποσιτισμένων ανθρώπων, ξεπερνώντας πια στην κατάταξη τις χώρες της Αφρικής και
επιβεβαιώνοντας το ποσοστό που θέλει το 80% των μαστιζόμενων από την πείνα
ανθρώπων παγκοσμίως να είναι αγρότες ή εργάτες της γεωργίας.
     Επιπλέον, είναι
χαρακτηριστικό πως το ρύζι Μπασμάτι, μια παραδοσιακή ινδική καλλιέργεια, έπεσε
θύμα κλοπής το 1997 από την αμερικάνικη εταιρεία Rice Tec Inc., η οποία μέσω
γενετικής τροποποίησης δημιούργησε ένα δήθεν νέο προϊόν και απέκτησε την πατέντα
εμπορίας του, οδηγώντας στην ανέχεια πάνω από 250.000 Ινδούς αγρότες που το
καλλιεργούν. Οι Ινδοί αγρότες πλέον είναι αναγκασμένοι να πληρώνουν δικαιώματα
εκμετάλλευσης της ποικιλίας στη Rice Tec, χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά
σπόρους από την εταιρεία και μάλιστα σε ετήσια βάση, αφού δεν μπορούν να
χρησιμοποιήσουν για σπόρο μέρος της παραγωγής, που εξαιτίας της γενετικής
τροποποίησης είναι στείρος.
• Χρηματιστηριακή κλοπή σοδειάς
     Η παγκόσμια κλοπή
της σοδειάς χαρακτηρίζεται από σημαντικές εκτινάξεις τιμών βασικών διατροφικών
αγαθών, γεγονός που ωθεί τα κράτη που παράγουν τα τρόφιμα σε λιμοκτονία και
χρόνιες στερήσεις. Το μεγαλύτερο χρηματιστήριο τροφίμων στον κόσμο βρίσκεται
στο Σικάγο, καθώς εκεί καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό η τιμή του φαγητού που
βάζουμε κάθε μέρα στο τραπέζι μας. Το χρηματιστήριο του Σικάγο γνώρισε πρόσφατα
πρωτόγνωρη εισροή κεφαλαίων, καθώς μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στράφηκαν
σε αυτό προκειμένου να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους μετά την “κρίση
των στεγαστικών δανείων” και να αυξήσουν και πάλι τα κέρδη τους. Αυτή τη
φορά, κερδοσκόπησαν πάνω στη δυνατότητα των ανθρώπων να εξασφαλίσουν με
αξιοπρέπεια την καθημερινή τους τροφή.
     Το χρηματιστήριο
των τροφίμων είναι όπως το αντίστοιχο των εταιρειών: όπως μια μετοχή μπορεί να
απαξιωθεί πλήρως για ένα διάστημα και να δώσει τη δυνατότητα σε κερδοσκόπους να
πλουτίσουν, εκμεταλλευόμενοι τη διαφορά μεταξύ τιμής αγοράς και τιμής πώλησης
που μπορεί να προκύψει από πιθανή ανάκαμψη της μετοχής, έτσι και στα τρόφιμα οι
κερδοσκόποι δημιουργούν συνεχείς ανατιμήσεις στα τρόφιμα για να κερδίζουν από
τις μετοχές τους.
     Αυτό, βέβαια,
καταδικάζει σε ανέχεια λαούς ολόκληρους, που δεν μπορούν να πληρώσουν τις
υψηλές τιμές των τροφίμων. Ως αποτέλεσμα της ραγδαίας αύξησης της τιμής των
τροφίμων, 75 εκατομμύρια άνθρωποι προστέθηκαν μέσα στο 2007 σε όσους βρίσκονταν
ήδη αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας παγκοσμίως. Έτσι, ο μαστιζόμενος από την
πείνα πληθυσμός της Γης ξεπέρασε σε σύνολο το 1 δισεκατομμύριο. Ένα παιδί
πεθαίνει σήμερα από την πείνα κάθε 30 δευτερόλεπτα.
     Για την κατάσταση
αυτή είναι εν πολλοίς υπεύθυνος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (Π.Ο.Ε.), ο
οποίος με τη δασμολογική απελευθέρωση και τη δήθεν στήριξη του εμπορίου των
Τρίτων χωρών έκανε τα πλούσια κράτη (Η.Π.Α., Ε.Ε.) μέσω των εταιρειών τους να
εισάγουν πάμφθηνα σχεδόν το σύνολο της παραγωγής των φτωχών κρατών,
αδιαφορώντας για τις ανάγκες τους σε τρόφιμα και, πολλές φορές, μεταπωλώντας τα
ίδια τα τρόφιμά τους σε τιμές απαγορευτικές για το πενιχρό εισόδημα των φτωχών
αγροτών που τα έχει παραγάγει. Στην κατάσταση αυτή συνδράμει και το Δ.Ν.Τ., το
οποίο αφού καθιστά υποχείριο ένα πτωχευμένο κράτος, το υποχρεώνει να ξεπουλάει
σε πάμφθηνες τιμές τα τρόφιμα που παράγει, δήθεν για να τονωθεί η οικονομία και
η ανταγωνιστικότητά του. Το αν ο πληθυσμός του κράτους καταδικάζεται σε ασιτία,
αυτό είναι θέμα που μάλλον δεν αφορά τους “ειδήμονες” του Δ.Ν.Τ.
     Αυτό συνέβη με
την Αργεντινή μία δεκαετία πριν, όταν ενώ ο πληθυσμός λιμοκτονούσε, το
αργεντίνικο κρέας ήταν στα ράφια όλου του κόσμου, σε πάμφθηνες τιμές. Σύμφωνα
με τον FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας), οι τιμές βασικών σιτηρών έχουν
αυξηθεί κατά 88% από το Μάρτιο του 2007. Η τιμή του σιταριού έχει αυξηθεί κατά
181% τα τελευταία τρία χρόνια. Η τιμή του ρυζιού έχει αυξηθεί κατά 50% μόλις το
τελευταίο τρίμηνο. Η τιμή του ρυζιού έχει τριπλασιαστεί σε διάστημα πενταετίας,
από περίπου 600 δολλάρια ο τόνος το 2003 σε περισσότερο από 1.800 δολλάρια ο
τόνος τον Μάιο του 2008. Οι αυξήσεις αυτές είναι καταστροφικές για περίπου 2,6
δισ. ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, που διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας των
2 δολλαρίων ημερησίως και ξοδεύουν το 60%-80% του εισοδήματος αυτού για
διατροφικές ανάγκες.
     Οι κύριοι
“παίκτες” που χειραγωγούν την αγορά σιτηρών παγκοσμίως είναι η
Cargill και η ADM. Αυτοί οι δύο κολοσσοί ουσιαστικά ελέγχουν ένα τεράστιο
μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς σιτηρών. Επίσης, εμπλέκονται στις κερδοσκοπικές
συναλλαγές τίτλων μελλοντικής αξίας (futures) και τίτλων όψεως (options) στις
χρηματαγορές του NYMEX και του CBOT (Chacago Board of Trade). Όπως αναφέρεται
στην ανάλυση του Greg Muttit (Control Freaks, Cargill and ADM, The Echologist,
Μάρτιος 2001), “οι μεγαλύτεροι διαχειριστές των σοδειών της GM, οι
Cargill, ADM και ο ανταγωνιστής τους Zen Noh, ελέγχουν μεταξύ τους το 81% του
συνόλου των εξαγωγών αραβόσιτου και το 65% του συνόλου των εξαγωγών σόγιας
παγκοσμίως”.
     Μία από τις
μεγαλύτερες μάχες του 21ου αιώνα θα είναι εκείνη της διατροφής. Πολλές
χώρες-εισαγωγείς διατροφικών αγαθών χτυπήθηκαν τον τελευταίο καιρό από την
κρίση και την άνοδο των τιμών. Οι πλούσιες άντεξαν περισσότερο, αλλά ανησύχησαν
από τον προστατευτισμό των παραγωγών χωρών, οι οποίες από την άνοιξη του 2008
κι έπειτα πήραν μέτρα περιορισμού των εξαγωγών τους. Ο σύγχρονος τρόπος
εκμετάλλευσης της γης οδηγεί σε ξεπούλημα των κρατών, κατάργηση της διατροφικής
αυτάρκειάς τους και μετατροπής τους σε υποχείρια του παγκόσμιου
χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτό το παγκόσμιο σύστημα εκμετάλλευσης της
σοδειάς οδηγεί πληθυσμούς ολόκληρους στην εξάρτηση και τον αφανισμό.
     Ο σύγχρονος
“νεοφιλελεύθερος” τρόπος, με τον οποίο λειτουργεί το εμπόριο, οδηγεί
τους ανθρώπους που παράγουν τα τρόφιμα να μην μπορούν να τα καταναλώσουν.
Εταιρείες, ισχυρά κράτη και οργανισμοί, μέσω διεθνών συνθηκών και νόμων, έχουν
επικυρώσει ένα σύγχρονο τρόπο εκμετάλλευσης χωρών, στις οποίες στη συνέχεια με
υποκριτικό τρόπο δίνουν μια μικρή χρηματοδότηση υπό τη μορφή φιλανθρωπίας.
     Το μέλλον προβλέπεται
δυσοίωνο, με δεδομένη την επισιτιστική κρίση που θα δημιουργήσει η παρούσα
παγκόσμια κρίση στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Ίσως, τελικά, τα λόγια του
Αϊνστάιν αποδειχθούν προφητικά: “Αν συνεχιστεί ο άνισος εκτροχιασμός, οι
λίγοι θα δρέπουν τους κόπους και τους μόχθους των πολλών και η ανθρωπότητα θα
οδηγηθεί σε μία αναπόφευκτη κοινωνική σύγκρουση χωρίς προηγούμενο”…
Πηγές:
 • Σίβα Βαντάνα, Η
Αρπαγή της Σοδειάς, Εκδόσεις Εξάρχεια
 • Μπογιόπουλος Νίκος,
Είναι ο Καπιταλισμός, Ηλίθιε, Εκδόσεις Λιβάνη
 • Ο Παγκόσμιος
Πόλεμος για την Αγροτική Γη ξεκίνησε ήδη. Αγροτικός Συνεργατισμός, Μηνιαίο
περιοδικό της ΠΑΣΕΓΕΣ, τεύχος 74, έτος 2009, σελ. 14-16
 • Ο μεγάλος λιμός
(Σοβιετική Ένωση, 1932-1933) –
http://www.eytrofia.gr/index.php?/eidhseis/o-megalos-limos-sobietikh-enosh-1932-1933-New-World-Order-Wake-Up-1476.php?Itemid=
 • Πεθαίνοντας στην
Αφθονία –
http://www.exandasdocumentaries.com/gr/documentaries/chronologically/2008-2009/91-dying-in-abundance
του Νίκου Παπαδόπουλου*
* Ο Νίκος Παπαδόπουλος είναι πτυχιούχος του Τμήματος Επιστήμης
και Τεχνολογίας Τροφίμων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακές
σπουδές στη Διοίκηση Ανθρωπίνου Δυναμικού από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο
Αθηνών.
Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στο HELLENIC NEXUS / Ιούλιος
2012 / τεύχος 65 / σελ. 50-55