• Διαφωνούν οι πρυτάνεις με το νομοσχέδιο Αρβανιτόπουλου
«Το κατατεθέν σχέδιο νόμου, ουσιαστικά δεν απαντά στις ελάχιστες αλλαγές που θεωρήθηκαν αναγκαίες από την Πανεπιστημιακή Κοινότητα. Αντίθετα, αφήνει ανοικτά ουσιώδη ζητήματα», αναφέρεται στο ομόφωνο ψήφισμα που εξέδωσε η σύνοδος των πρυτάνεων, η οποία πραγματοποιήθηκε σήμερα Τρίτη, 31 Ιουλίου, στο Λαύριο.


Στο ψήφισμα, αναφέρουν οι πρυτάνεις, ότι το νομοσχέδιο «διατηρεί διατάξεις που εγείρουν ζητήματα συνταγματικότητας» ενώ επισημαίνουν ότι «δεν αποτελεί λύση για τα Πανεπιστήμια, καθώς δεν συμβάλλει στην ομαλή ακαδημαϊκή λειτουργία και δεν απαντά στα τρέχοντα και επείγοντα οικονομικά και θεσμικά προβλήματα των ΑΕΙ».


Τέλος οι πρυτάνεις τονίζουν πως «οι διοικήσεις των ελληνικών Πανεπιστημίων, παρά τις αντίξοες συνθήκες που τους επιβλήθηκαν και τις αμετροεπείς επιθέσεις που δέχθηκαν από κάθε λογής κέντρα συμφερόντων, κράτησαν όρθια τα Ιδρύματα και συνεχίζουν, με υψηλό αίσθημα ευθύνης, να παρακολουθούν τις εξελίξεις και να εγγυώνται την ομαλή ακαδημαϊκή λειτουργία των ΑΕΙ».
Το ψήφισμα Εκτακτης Συνόδου Πρυτάνεων


Ο Νόμος 4009 / 2011 βύθισε τα Πανεπιστήμια σε κρίση. Η Σύνοδος των Πρυτάνεων, με στόχο την απρόσκοπτη ακαδημαϊκή και διοικητική λειτουργία των Πανεπιστημίων, εδώ και δύο χρόνια έχει υποβάλει σειρά ρεαλιστικών προτάσεων υπέρβασης των αδιεξόδων.


Συγκεκριμένα, οι προτάσεις αλλαγών που κατ’ ελάχιστον θεωρήθηκαν αναγκαίες συμπεριλαμβάνουν:
• Την ανάθεση μόνο εποπτικών και ελεγκτικών και κατ’ ουδένα τρόπο διοικητικών και ακαδημαϊκών αρμοδιοτήτων στο Συμβούλιο Ιδρύματος.
• Την άμεση και χωρίς προεπιλογή εκλογή των Πανεπιστημιακών Αρχών από τα μέλη της Πανεπιστημιακής Κοινότητας.
• Την πλήρη αποκατάσταση της διεθνώς καθιερωμένης διοικητικής δομής, σύμφωνα με την οποία το Τμήμα αποτελεί βασική ακαδημαϊκή μονάδα.
• Την θεσμική διασφάλιση της δημόσιας χρηματοδότησης της λειτουργίας των ΑΕΙ και της φοιτητικής μέριμνας.
• Την αλλαγή του συστήματος της ταξινομικής ψήφου μαζί με την ανάκληση των οργανωτικών επιτροπών των εκλογών.


Το κατατεθέν σχέδιο νόμου, ουσιαστικά δεν απαντά στις ελάχιστες αυτές αλλαγές που θεωρήθηκαν αναγκαίες από την Πανεπιστημιακή Κοινότητα. Αντίθετα, αφήνει ανοικτά ουσιώδη ζητήματα, όπως αυτά των αποφασιστικών, διοικητικών και ακαδημαϊκών αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου Ιδρύματος, του ασφυκτικού χρονοδιαγράμματος των εκλογικών διαδικασιών, της προεπιλογής από το Συμβούλιο των υποψηφίων για τα μονοπρόσωπα πανεπιστημιακά όργανα, καθώς και της θεσμικής διασφάλισης της δημόσιας χρηματοδότησης. Διατηρεί τέλος διατάξεις που εγείρουν ζητήματα συνταγματικότητας.


Το σχέδιο νόμου δεν αποτελεί λύση για τα Πανεπιστήμια, καθώς δεν συμβάλλει στην ομαλή ακαδημαϊκή λειτουργία και δεν απαντά στα τρέχοντα και επείγοντα οικονομικά και θεσμικά προβλήματα των ΑΕΙ.


Οι διοικήσεις των ελληνικών Πανεπιστημίων, παρά τις αντίξοες συνθήκες που τους επιβλήθηκαν και τις αμετροεπείς επιθέσεις που δέχθηκαν από κάθε λογής κέντρα συμφερόντων, κράτησαν όρθια τα Ιδρύματα και συνεχίζουν, με υψηλό αίσθημα ευθύνης, να παρακολουθούν τις εξελίξεις και να εγγυώνται την ομαλή ακαδημαϊκή λειτουργία των ΑΕΙ