Οι Καλκανίδες – Καλικάντζαροι είναι μικρά, άσχημα, κοκαλιάρικα πλασματάκια, εμφανίζονται τις ημέρες των Χριστουγέννων και μοναδικός σκοπός τους είναι για δώδεκα ημέρες να κάνουν τη ζωή των ανθρώπων… κόλαση.

Οι καλικάντζαροι στην Ελλάδα έχουν διάφορες ονομασίες: Καλικαντζαραίοι, Καρκάτζια, Καλκατζόνια ή Καλκατζάνια, Καλκάνια, Καλιτσάντεροι, Καρκάντζαροι, Καρκαντζέλια, Σκαλικαντζέρια, Σκαντζάρια, Σκαλαπούνταροι, Τζόγιες, Λυκοκάντζαροι και Κωλοβελόνηδες, Λυκοκαντζαραίοι, Σκαρικατζέρια, Καρκατζέλια, Πλανήταροι, Κάηδες, Καλλισπούδηδες, Χρυσαφεντάδοι, Κωλοβελόνηδες, Παρωρίτες ή Παραωρίτες, Παγανά κα. καθώς και τα θηλυκού γένους: Καλικαντζαρού, κα.

 

Στην Κερατέα τις λέγαμε Καλκανίδες. Τις φανταζόμαστε μαύρες και άσχημες, κουτσές με μάτια κόκκινα, πόδια τραγίσια και σώμα τριχωτό. Είναι εριστικές, ανόητες γιατί δεν βοηθά η μία την άλλη και για το λόγο αυτό είναι αναποτελεσματικές στο να κάνουν κακό. Όσους περπατούσαν τη νύχτα έξω τους ανάγκαζαν να χορέψουν μαζί τους. Κάνουν ζημιές: χύνουν το νερό, το αλεύρι, κατουρούν τη στάχτη. Για αυτό και βάζουν στη φωτιά, αλάτι και διάφορα που κάνουν κρότο, ή ρίχνουν κανένα πετσί να βρωμάει.

 

Συμβολίζουν το σκοτάδι και ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης, προσπαθώντας να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Όταν είναι πολύ κοντά να το πετύχουν, την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνουν στη γη δημιουργώντας προβλήματα στους. Κάποιοι θεωρούν ότι είναι απομεινάρια των Καβειρίων Δαιμόνων και των άλλων πλασμάτων της διονυσιακής λατρείας ή ακόμα και του θεού Πάνα, ακόμα και τους Κενταύρους. Πλάσματα του Θεού Πάνα…Πάνειο Όρος Κερατέας….ωραίος συνειρμός.

 

Έρχονταν στην Κερατέα την παραμονή των Χριστουγέννων και έφευγαν τα Θεοφάνεια. Εμφανίζονται, δηλαδή κατά το Δωδεκαήμερο 25 Δεκεμβρίου με 6 Ιανουαρίου. Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία τις μέρες αυτές τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι Καλκανίδες βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και να τους ανακατέψουν τα σπίτια, διότι είναι άτακτες και τις αρέσουν τα παιχνίδια. Αυτές ζουν στον κάτω κόσμο και τρέφονται με φίδια, σκουλήκια, ποντίκια κτλ.

 

Την παραμονή, λοιπόν, των Χριστουγέννων ξεκινούν οι μικροκαμωμένες Καλκανίδες για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη. Η λαϊκή δοξασία θέλει τις Καλκανίδες να ζηλεύουν τον επάνω κόσμο τόσο πολύ που να προσπαθούν να τον γκρεμίσουν. Τυραννούν τους ανθρώπους που θα έβρισκαν μπροστά τους. Είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνεια της Γης από τις μυριάδες τρύπες που βρίσκονται πάνω στον στερεό φλοιό της.

 

Βγαίνουν μέσα από τα φαράγγια και τα πηγάδια, από τις σπηλιές, τις καταπακτές και οι πιο μικρές, από τις μυρμηγκιές και διάφορες άλλες μικροσκοπικές τρύπες της. Φοβούνται πολύ το φως και για αυτό την ημέρα κρύβονται. Βγαίνουν, όμως, από τις κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα ξωτικά, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια από όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθύρων. Τις αρέσουν να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα πιάτα, στα καντήλια που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν για τον φωτισμό στην Κερατέα. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Μπορεί να μην κλέβουν τίποτε, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι, που το κάνουν αγνώριστο.

 

Οι Καλκανίδες λοιπόν γυρίζουν στους δρόμους, ανεβαίνουν στα κεραμίδια και καμιά φορά μπαίνουν από την καμινάδα του τζακιού σε σπίτια που οι νοικοκυρές είχαν ξεχάσει να θυμιατίσουν. Για αυτό, για καλό και για κακό, οι νοικοκυρές εκείνες τις ημέρες καίνε λιβάνι σε θυμιατό κοντά στο τζάκι. Λέγεται ότι ανεβαίνουν στους ώμους των ανθρώπων που συναντούν τη νύχτα και προσπαθούν να τους πνίξουν αν δεν αποκριθούν σωστά σε ότι ερωτηθούν αλλά και τους παρασύρουν σε χορό που όμως τους καλούς χορευτές τους ανταμείβουν αλλά και παίρνουν τη μιλιά σε όποιον μιλήσει κατά τη συνάντηση μαζί τους. Επίσης μπαίνοντας στις οικίες από όπου μπορέσουν μαγαρίζουν την κουζίνα σε ότι δεν είναι νοικοκυρεμένο, αρπάζουν ενδύματα, ή σκορπούν το αλεύρι, την τέφρα από το τζάκι.

Συνήθη μέρη που μένουν μετά τον ερχομό τους είναι οι μύλοι, τα γεφύρια, τα ποτάμια και τα μεγάλα μονοπάτια όπου παραμονεύουν μόνο κατά τη νύκτα και φεύγουν με το τρίτο λάλημα του πετεινού.

Είναι γνωστή η ιστορία στην Κερατέα με τον μπαρμπαΚώστα τον Μανώλη (γεννήθηκε στην Κερατέα το 1875 και απεβίωσε το 1972, σύζυγος της Αικατερίνης το γένος Σίνη) που ο πατέρας του Σταμάτης (γεννήθηκε στην Κερατέα το 1837 και απεβίωσε το 1929, σύζυγος Μαρίας το γένος Λαδά) είχε τον ανεμόμυλο στον λόφο (ο γνωστός μας μύλος της Κερατέας). Ήταν βράδυ και ο πατέρας του είχε φορτώσει το γαϊδούρι με αλεύρι για να το φέρει στην Κερατέα και ο μικρός Κώστας είχε χωθεί στα καπούλια (το προς την ουρά μέρος της ράχης του γαϊδουριού). Ξαφνικά πετάγονται μπροστά του Καλκανίδες. Ο μικρός Κώστας αιφνιδιάζεται. Δεν πρέπει να μιλήσει. Επίσης ήξερε ότι οι Καλκανίδες αρπάζουν όποιον βρουν τη νύκτα και τον στροβιλίζουν στο χορό μέχρι να πέσει λιπόθυμος, ο γνωστός χορός των Καλκανίδων. Οι Καλκανίδες ρωτούν στα αρβανίτικα «τθες κουτρέ τθες αντρέ μυλωνά κου ιστ; (σακί από εδώ, σακί από εκεί, που είναι ο μυλωνάς;)…. και ακούγετε μια φωνή (ήταν ο μικρός Κώστας) «Πράπα βγιέν» (πίσω έρχεται).

Είναι γνωστό ότι μυλωνάδες που εργάζονταν στο μύλο, ο οποίος ήταν συνήθως χτισμένος σε μέρος μακριά από τον καθαγιασμένο χώρο του οικισμού δίπλα σε ποτάμι, είχαν πάρε δώσε με καλικαντζάρους.

Είναι γνωστό στους παλιούς Κερατιώτες το δίστιχο:

«καλκανίδα καλκασίδα

τέτοιο κάλκο δεν τον είδα».

 

Οι Κερατιώτες/τισες προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν με διάφορους τρόπους και κυριότερα με τη φωτιά, η οποία καίει συνεχώς στο τζάκι όλο το Δωδεκαήμερο. Διάλεγαν ένα κούτσουρο και μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο. Με τη στάχτη του ράντιζαν το σπίτι ξημερώματα παραμονής Θεοφανείων τρέποντας σε φυγή τα δαιμόνια. Επίσης οι Kαλκανίδες φοβούνταν το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού. Βέβαια ολοκληρωτικά έφευγαν τα Φώτα με τον Αγιασμό  των σπιτιών και μάλιστα την παραμονή των Φώτων οι καλκανίδες φεύγουν με την απαγγελία του «Πάτερ ημών….»

 

Κατά τον αγιασμό των οικιών φεύγουν και φωνάζουν σε  ρυθμό:
«Φεύγετε να φεύγωμε
τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας, μας εκατέκαψε

Από την παραμονή και ανήμερα των Φώτων πραγματοποιείται καθαρμός των οικιών και της υπαίθρου με υπαίθριες φωτιές.

Την επόμενη φορά που θα περπατήσετε μόνος/η σε σκοτεινό μέρος στην Κερατέα προσέξτε μήπως συναντήσετε ….Καλκασίδες.

Σπύρος Παπαθανασίου