Μιχάλης Βιολάρης: Συνέντευξη βιογραφικού χαρακτήρα του Κύπριου τραγουδιστή που διαμένει πλέον μόνιμα στην Κερατέα

Ο Μιχάλης Βιολάρης ζει μόνιμα στην Κερατέα
Ο Μιχάλης Βιολάρης υπήρξε ο πρώτος Κύπριος τραγουδιστής που ήρθε στην Ελλάδα και έκανε μεγάλη καριέρα. Είχε την τύχη να μπει στην «οικογένεια» του Αλέκου Πατσιφά και της LYRA, τραγουδώντας Γιάννη Σπανό, Γιάννη Γλέζο, Λίνο Κόκοτο και, βασικά, τους ποιητές με κορυφαίο τον Οδυσσέα Ελύτη. Υπήρξε ο πρώτος, επίσης, που έβαλε την κυπριακή διάλεκτο στα χείλη των Ελλαδιτών με τα «Ριάλια», ένα τραγούδι ξεκάθαρων ποπ διαστάσεων. Η δισκογραφία του περιλαμβάνει περίπου τριάντα μεγάλους δίσκους, προσωπικούς και συμμετοχές, καθώς και δεκάδες singles 45 στροφών από το 1965 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι εμφανίσεις του σε λαϊκά μαγαζιά με εξίσου σημαντικές συνεργασίες, όμως, δίπλα στη Βίκυ Μοσχολιού, τον Πάνο Γαβαλά και τον Στράτο Διονυσίου. Κι όταν συνειδητοποίησε πως οι χώροι αυτοί είχαν ελάχιστη σχέση με τις μπουάτ και το νεοκυματικό κλίμα του ’60, αποφάσισε να αποτραβηχτεί, κρατώντας την ενέργεια του για πιο δικά του και επιλεκτικά πράγματα. Όπως τα τραγούδια που ηχογραφεί τα τελευταία χρόνια και αναρτά στο διαδίκτυο. Όπως, ακόμη, η μίνι περιοδεία που ετοιμάζει αυτόν τον καιρό στην Αμερική και που θα ξεκινήσει στις 4 Οκτωβρίου από την πολιτεία της Φιλαδέλφειας.

Είχε πολλά χρόνια να δώσει συνέντευξη, όπως ο ίδιος μου είπε. Συνέντευξη βιογραφικού χαρακτήρα, τουλάχιστον, που θα ένωνε τα κομμάτια του παζλ μιας μεγάλης πορείας στο τραγούδι. Όσο για μένα, αφού τον ευχαρίστησα για την προθυμία του, θαύμασα τον συγκροτημένο λόγο του, τις μουσικές του γνώσεις και, πάνω απ’ όλα, την εξομολογητική του διάθεση. Λεπτομέρεια: Όταν του ζήτησα να βγάλει τα γυαλιά του, αν το ήθελε, προκειμένου να τον τραβήξω μια – δυο φωτογραφίες, το αρνήθηκε ευγενικά με τα εξής λόγια: «Τα γυαλιά είναι το σήμα κατατεθέν μου»!

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Μου είπατε από το τηλέφωνο, κύριε Βιολάρη, να κλείσουμε ένα συγκεκριμένο ραντεβού, καθώς είστε 75 ετών και δεν θέλετε να ταλαιπωρηθείτε…

Εννοούσα ότι δεν είμαι πια 30 για να είμαι και άνετος, όμως τα 75 σημαίνουν ότι πρέπει να προσέχεις. Κι εγώ, απλά, προσέχω. Προσέχω για να έχω, δεν σας το είπα με την έννοια ότι γέρασα. Νιώθω καλά και άνετα σε μία ηλικία που, νομίζω, θέλει προσοχή.

Παρόλα αυτά, μια χαρά σας βρίσκω. Διατηρείστε αθλητικός.

Εδώ και πολλά χρόνια κάνω μια διαφορετική ζωή. Ασχολούμαι με χειρωνακτικές εργασίες σ’ ένα μικρό χώρο που έχω κοντά στην Κερατέα. Τον πήρα νέος το χώρο αυτό με αποτέλεσμα τώρα να έχω καλή σχέση με τη γη και με τη φύση.

Μπορεί η σχέση σας με τη φύση να ξεκινάει και από την καταγωγή σας.

Σίγουρα. Γεννήθηκα το ’44 στην Αγία Βαρβάρα, ένα μικρό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, χιλίων κατοίκων. Ο πατέρας μου έπαιζε βιολί και ο παππούς μου λαούτο. Έτσι κι εγώ ακολουθούσα τον πατέρα και τον παππού μου στους γάμους. Αυτά ήταν τα πρώτα μου ακούσματα μαζί με τους μαθητές που μάζευε ο πατέρας μου στο σπίτι μας, όντας γνώστης της βυζαντινής μουσικής. Η μητέρα μου, πάλι, δεν θα έλεγα ότι είχε στενή σχέση με τα καλλιτεχνικά. Είχε να μεγαλώσει και τέσσερα παιδιά συνολικά, αφού εγώ έχω άλλα τρία αδέρφια. Μόνο ο ένας αδερφός μου, που γεννήθηκε μετά από μένα, σπούδασε μουσική, αλλά έφυγε ως γυμνασιάρχης με σύνταξη από τον Βύρωνα.

Πότε φύγατε από την Κύπρο;

Το ’62.

Ζήσατε, επομένως, πολιτικές αναταραχές.

Ο αγώνας του ’55 – ΄59 μας στιγμάτισε και μας έκανε πιο ώριμους για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού. Έτσι τον αποκαλούσαμε εμείς, οι μικροί, «αγγλικό ζυγό», αλλά βέβαια και οι μεγάλοι, οι γνώστες των πραγμάτων. Η μόνη τους έγνοια, που μεταλαμπάδευσαν και σε μας, ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Σκέφτομαι τώρα πως όταν πρωτοήρθαμε εδώ με τον πατέρα μου για να γραφτώ στο Πανεπιστήμιο, βγήκαμε στον Πειραιά. Πήραμε το τραίνο και φτάσαμε στο Μοναστηράκι. Με το που φάνηκε η Ακρόπολη, μας έπιασαν τα κλάματα και τους δύο. Τόση ήταν η συγκίνηση να βλέπουμε την Ακρόπολη για πρώτη φορά, πατέρας και γιος. Ήταν αυτό που το περιείχαμε και μόνο το φανταζόμασταν.

Δεν είχε ξανάρθει στην Ελλάδα ο πατέρας σας;

Όχι, κανένας μας. Ήταν δύσκολα τα πράγματα. Δεν υπήρχαν τα αεροπλάνα, δεν υπήρχαν και τα χρήματα. Το πλοίο ήταν η μόνη φτηνή λύση και, μάλιστα, κατάστρωμα. Μέχρι που πιάσαμε κάποια χρήματα και αργότερα μπήκαμε κι εμείς στο αεροπλάνο.

Και ήρθατε εδώ για σπουδές.

Ακριβώς. Το ’62, στα 18 μου, πρωτοετής στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Έβγαλα το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο έτος, αλλά στο τέταρτο προέκυψαν παράλληλα οι μπουάτ. Αρχικά με «φιλοξένησε» η Καίτη Χωματά, όπου με είχε πάει ένας καλός φίλος, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ο Αντώνης Αντωνίου. Δεν υπάρχει πια, ήταν μεγάλος σε ηλικία από τότε. Σκηνοθετούσε κι έπαιζε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Εγώ τον γνώρισα στην πλατεία Αμερικής, σε ένα υπόγειο μαγαζί που είχαν η Σούλη Σαμπάχ με τον Δημήτρη Νικολαΐδη και που λεγόταν «Πεπίτο».

Τι εννοείτε «σας φιλοξένησε» η Καίτη Χωματά; Σας έβαλε στο χώρο, ας πούμε;

Η Χωματά ήταν απ’ τις πρώτες που είπαν τα τραγούδια του Σπανού. Εξ αιτίας της ξεκίνησε η πορεία μου, αν και έλεγα μέσα μου ότι έπρεπε να δω πως θα πάνε τα πράγματα με τη μουσική και μετά ν’ αποφασίσω…Βέβαια, ήμουν μεσ’ στο τραγούδι από μικρό παιδί, αλλά δεν είχα την πρωτοβουλία ή τη σκέψη να το ακολουθήσω ως επάγγελμα. Ακόμη κι εκείνα τα πρώτα φοιτητικά χρόνια στην Ελλάδα, ένιωθα πως πρέπει να τελειώσω το πανεπιστήμιο πρώτα. Περίμενα το πτυχίο, όπου ανέβαλα τις εξετάσεις για να το ψάξω περισσότερο με τα μουσικά. Εκεί βρέθηκε ο Αντωνίου, ο οποίος γνώριζε τον Μαυρομάτη τον ηθοποιό, τον άντρα της Χωματά. «Έχω ένα παιδί απ’ την Κύπρο, που τραγουδάει» του λέει, «άκουσε τον». Ο Μαυρομάτης με άκουσε και μου πρότεινε να τραγουδάω κάθε Πέμπτη.

Τι ρεπερτόριο τραγουδούσατε τότε;

Είχα ήδη ένα δικό μου τραγούδι, το «Χαλάλιν του». Έλεγα και δυο – τρία άλλα και άρεσα, με αποτέλεσμα να μου ζητήσουν να τραγουδάω δύο φορές τη βδομάδα και πιο μετά κάθε μέρα.

Σε πόσο διάστημα έγινε η «αναβάθμιση» σας;

Μέσα σ’ ένα μήνα, γιατί κάθε βδομάδα τους έλεγαν «Μας αρέσει αυτός ο μικρός» κι έτσι μου δίνανε κι άλλες μέρες.

Ήταν η εποχή του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη τότε.

Τότε η μεγαλύτερη αγάπη και λατρεία ήταν το ’62, όταν ως πρωτοετής, μυήθηκα στην «Όμορφη Πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη στο θέατρο «Μετροπόλιταν». Υπήρχε εκεί μια καινοτομία τραγουδιών που άλλαξε το νόημα της σχέσης μου με τη μουσική. Μία εβδομάδα μετά ξεκίνησε ο Μάνος Χατζιδάκις στο «Παρκ», εκατό μέτρα πιο πέρα, την «Οδό Ονείρων». Στην πρεμιέρα της «Οδού Ονείρων», θυμάμαι, είχε πάει και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο μεγάλος, ο οποίος ήταν τότε παντρεμένος.

Τι συνέβη και σας επηρέασαν τόσο αυτά τα δύο σκηνικά έργα;

Άλλαξαν τον δρόμο του τραγουδιού μέσα μου. Ακούγαμε άλλα τραγούδια μέχρι τότε και λέγαμε «Τώρα τι γίνεται εδώ; Αυτό είναι άλλο πράγμα»! Το ’63 ανεβαίνει στο «Ρεξ Κοτοπούλη» το έργο του Θεοδωράκη και του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Η γειτονιά των αγγέλων» με Καρέζη – Κούρκουλο κλπ. Απορώ πως είχα μαζέψει τα λεφτά για να πάω, όντας φοιτητής άφραγκος. Μπαίνω μέσα και ακούω το «Δόξα τω θεώ», το «Στρώσε το στρώμα σου» ζωντανά…Το ’64 η εποχή εδέησε να βρεθώ πάλι στο «Ρεξ», στην πρώτη παρουσίαση του «Άξιον Εστί». Εκεί ήταν το κάτι άλλο, τα πράγματα σοβάρεψαν! Αποκορυφώθηκε μέσα μου η σχέση μου ως νέος με την Ελλάδα! Αφήσαμε δηλαδή την Κύπρο για να έρθουμε στην Ελλάδα και να γίνουμε φιλόλογοι στην Κύπρο, και μείναμε στην Αθήνα!

Είχατε έντονη ελληνική συνείδηση.

Εντονότατη! Να προσθέσω ότι το ’63 ένα λαϊκό τραγούδι μας συγκλόνισε! Ήταν η «Άπονη ζωή» του Ξαρχάκου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, την οποία ακολούθησε η «Φτωχολογιά». Όλα αυτά αποτέλεσαν την προεργασία μου, ώστε να πάω το ’67 στη μπουάτ «Παράγκα» και να έχω μέσα μου το είδος, που ήθελα να ακολουθήσω. Το ’65, θέλοντας να γράψω κάτι κι εγώ, είχα την ανάγκη να ενώσω τα ακούσματα της Κύπρου μ’ αυτά της Αθήνας από το διάστημα ΄62 – ΄65. Έτσι, σε στίχους του συντοπίτη μου, Ανδρέα Γρηγορίου, έγραψα στα 23 μου το «Χαλάλιν του» και ξεκίνησα τη σχέση μου με τη σύνθεση, προτού να γίνω επαγγελματίας τραγουδιστής.

Δισκογραφήθηκε το κομμάτι αυτό;

Το έπαιξα ένα βράδυ στο «Πεπίτο» και η Σούλη Σαμπάχ μου ζήτησε να το ηχογραφήσουμε. Η πρώτη ερμηνεία ήταν δική της. Όταν πήγα στην «Παράγκα», ήθελε να το πει και η Καίτη Χωματά, γι’ αυτό και της ανήκει η δεύτερη εκτέλεση.

Μα είναι ένα τραγούδι που, αν τα λέω καλά, ως και η Άννα Βίσση το τραγουδά στα τωρινά live της.

Ισχύει. Η πρώτη μου, ωστόσο, ουσιαστική επαφή με το τραγούδι έγινε με το «Άσπρα καράβια τα όνειρα μας» με τον Γιάννη Σπανό, που ερχόταν στην «Παράγκα» και δούλευε με την Χωματά. Με πήρε και με έβαλε στο ερμηνευτικό team της ηχογράφησης: Αστεριάδη, Ζωγράφος, Χωματά κι εγώ. Στη συνέχεια, μου έδωσε ο Σπανός κομμάτια δικά μου να ερμηνεύσω: «Παιδί μου, ώρα σου καλή», «Τρεις νέοι, τρεις φίλοι» κλπ. Έπρεπε να έχω κι ένα δικό μου δίσκο το ’68, όσο ετοιμαζόταν η «Πρώτη Ανθολογία» του. Έτσι, πήραμε τα τραγούδια που θα έλεγα στην «Πρώτη Ανθολογία» και τα βάλαμε στον πρώτο μου προσωπικό δίσκο συν το ότι με χίλια βάσανα πείσαμε τον Αλέκο Πατσιφά να μπουν και δύο κυπριακά. «Και ποιος θα τα ακούσει αυτά;» ρωτούσε αυστηρά ο Πατσιφάς μεσ’ στην αντίδραση! Είπε, όμως, η Καίτη το «Χαλάλιν του» κι έτσι με άφησε να βάλω κι άλλα κυπριακά, τα οποία βέβαια έκλεψαν την παράσταση.

Πως ήταν τα πράγματα για ένα νέο Κύπριο καλλιτέχνη στην Αθήνα του ’60;

Εγώ το έβλεπα σαν πρόβα τζενεράλε για να μάθω πως να μιλάω καλά ελληνικά, αφού στην Κύπρο – όπως γνωρίζετε – έχουμε μίαν άλλη διάλεκτο. Με ενδιέφερε η μουσική, αφού έβλεπα εκεί τα πράγματα να πηγαίνουν καλύτερα. Ήθελα όμως να πάρω και το πτυχίο από τη Φιλοσοφική. «Ας το πάρω» σκεφτόμουν «και μετά ας το κάνω ότι θέλω». Έβλεπα πως μετά την πρώτη μου δισκογραφία, το τραγούδι θα γινόταν η κύρια ενασχόληση μου.

Λογικά ήσασταν ο πρώτος Κύπριος τραγουδιστής που έκανε μεγάλη καριέρα στην Ελλάδα. Η Βίσση εμφανίστηκε λίγα χρόνια αργότερα.

Ναι. Υπήρχε και ο Δώρος Γεωργιάδης.

Δεν συγκρίνεται, νομίζω, η καριέρα ενός συνθέτη με τη δική σας, πόσο μάλλον με της Βίσση.

Σύμφωνοι, αλλά αυτός εμφανίστηκε επίσης λίγα χρόνια μετά από μένα, συνεργάστηκε κυρίως με τη Σώτια Τσώτου και έγραψε με τη Βίσση πολλά τραγούδια στην Κύπρο. Ο Γεωργιάδης της έγραψε τα πρώτα της τραγούδια, όταν εκείνη ήταν 13 – 14 ετών. Η Βίσση είχε μια καλή φωνή, η οποία εξελίχτηκε στη συνέχεια. Είμαστε από την ίδια πόλη. Όταν είχα πάει στην Κύπρο πρώτη φορά ως τραγουδιστής, συνοδεύοντας τη Βίκυ Μοσχολιού – ήμασταν εγώ και η Μαίρη Δαλάκου, αλλά και η Πίτσα Παπαδοπούλου στο ξεκίνημα της – ήρθε η μητέρα της Άννας και έπιασε τον πατέρα μου: «Θέλουμε να βάλουμε την Άννα στις συναυλίες μαζί με τον Μιχάλη». Την έφερε, την ακούσαμε και κάναμε καμιά εικοσαριά συναυλίες. Παιδάκι ήταν, δηλαδή ουσιαστικά ξεκίνησε μ’ αυτές τις συναυλίες.

Δεν άργησε, όμως, εκείνη να τραγουδήσει Θεοδωράκη και Ρίτσο δίπλα στον Γιώργο Νταλάρα.

Η γνωριμία της με τον Νταλάρα της έδωσε την ευκαιρία να κάνει τα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας». Ήταν ζευγάρι με τον Νταλάρα τότε και, μάλιστα, στο δίσκο αυτό, αν τον ξανακούσετε, της κάνει δεύτερη φωνή σε πολλά τραγούδια. Τη στήριξε ο Γιώργος την Άννα, βάσει της σχέσης που είχαν.

Εσείς κρατήσατε επαφές με τη Βίσση;

Όσο μπορεί, μένοντας κανείς στην Αθήνα με όλη την τρέχουσα καθημερινότητα. Η Άννα είναι μία σταρ, γιατί έχει ακολουθήσει ένα δρόμο πολύ δυνατό και πολύ ωραίο, χωρίς να μπορείς να τη βλέπεις κάθε μέρα. Όποτε βλεπόμαστε, όμως, τα λέμε, χαιρόμαστε, εντάξει…

Πηγαίνετε, ας πούμε, στα live της;

Ε, δεν πάω πολύ…Παλιότερα πήγαινα, αλλά τώρα που μεγάλωσα, δεν αντέχω το δυνατό ήχο. Συναντιόμαστε σε άλλους χώρους, όπως στην «Απανεμιά», που την είδα τελευταία μαζί με τον Καρβέλα. Τα είπαμε, γελάσαμε, θυμηθήκαμε τα παλιά, ωραία ήταν…

Μιλήστε μου λίγο για τον Πατσιφά της LYRA. Τι άνθρωπος ήτανε;

Ο Πατσιφάς ήταν μια δυνατή περίπτωση μορφωμένου ανθρώπου, πολύ φίλος και συνεργάτης του ποιητή και εκδότη Νίκου Καρύδη. Αυτοί οι δύο είπαν: «Εφόσον έχουμε τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο και πουλάμε τα έργα τους σε βιβλία, γιατί να μην τα μεταφέρουμε και στο βινύλιο;» Ξεκίνησαν, λοιπόν, μια σειρά δίσκων, «Ο Σεφέρης διαβάζει Σεφέρη», «Ο Ρίτσος απαγγέλλει Ρίτσο» κ.α., μια καινοτομία για την εποχή! Αντί να έπαιρνες ένα βιβλίο, έπαιρνες ένα δίσκο και άκουγες τη φωνή του Σεφέρη, του Ρίτσου…

Ή και του Νίκου Εγγονόπουλου.

Ναι, των περισσότερων από τη γενιά του ’30. Ο Πατσιφάς και ο Καρύδης, λοιπόν, θέλησαν να στήσουν μια εταιρεία που νά’χει μεγαλύτερη σχέση με το στίχο παρά με το λαϊκό τραγούδι. Έκαναν τη LYRA, της οποίας τον υπότιτλο «Το Νέο Κύμα στο ελληνικό τραγούδι» σκέφτηκε ο Γιάννης Σπανός, ερχόμενος από το Παρίσι. Κατά ένα τρόπο ο Πατσιφάς ως εταιρειάρχης μετέφερε τον γαλλικό όρο της «nouvelle vague» στην ελληνική μουσική και το «Νέο Κύμα» σηματοδότησε το ότι δεν υπήρχαν μπουζούκια, όπως στην Κολούμπια ή τη ΜΙΝΩΣ. Αυτό, να λέμε και την αλήθεια, ήταν και πιο οικονομικό, γιατί μπορούσες με μία κιθάρα και ένα πιάνο να κάνεις ωραίες παραγωγές, ρομαντικές. Στην παρέα έδεσαν και ο Γιώργος Παπαστεφάνου με τον Σπανό, ενώ λίγο αργότερα, το ’69, ήρθε και ο Κώστας Κωτούλας που έγραψε «Μαυρομαλλούσα κοπελιά», «Βάρκα χωρίς πανιά»…Ο Σπανός μελοποίησε αυτά τα ποιήματα και έγιναν πολύ μεγάλες επιτυχίες.

Εσείς μπήκατε κατευθείαν στο Νέο Κύμα ή κατά βάθος σας άρεσε πιο πολύ το αμιγώς λαϊκό τραγούδι που μου λέγατε πριν;

Εμένα ο Πατσιφάς με πήρε στο Νέο Κύμα ως λαϊκό τραγουδιστή, όπως λαϊκός τραγουδιστής ήταν και ο Πουλόπουλος. Λαϊκή τραγουδίστρια ήταν και η Ρένα Κουμιώτη. Επομένως, ο Πατσιφάς ήθελε κάτω από την ομπρέλα του Νέου Κύματος να βάλει λαϊκές φωνές που θα μπορούσαν να πουν τραγούδια, όπως το «Ήρθες εψές», ένα χασάπικο. Ακόμα και ο «Δρόμος» ήταν ένας λαϊκότροπος δίσκος, όπου εκεί ο Πλέσσας ξεκίνησε να γράφει τραγούδια που δεν είχαν το χαρακτήρα της εποχής της Βάνου, του αποκαλούμενου ελαφρού τραγουδιού.

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Ενδιαφέρουσα η αφήγηση σας, γιατί ρέει ο λόγος σας και πάνω απ’ όλα έχετε μουσική άποψη.

Έχει ενδιαφέρον, γιατί τα ζήσαμε όλα αυτά και τα λέω για να διαχωρίσουμε τον Πλέσσα προ «Δρόμου», με τα μιούζικαλ δηλαδή του Δαλιανίδη. Ας σταθούμε, όμως, στο «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» με ερμηνεία του Διονυσίου, ένα ζεϊμπέκικο που ανέδειξε τη λαϊκή στόφα του Πλέσσα. Έχει σημασία, γιατί όταν εγώ ξεκινούσα, ο Πλέσσας έγραφε μόνο για τη Τζένη Βάνου, τον Γιάννη Βογιατζή και τον Δάκη. Ο Δάκης, π.χ., οφείλει το 90% της καριέρας του στον Πλέσσα. Ωραιότατα τραγούδια, αλλά με έναν άλλο τρόπο γραφής του Πλέσσα. Από τον «Δρόμο» και μετά, μπήκε κι αυτός ο ταλαντούχος συνθέτης στα καθαρόαιμα λαϊκά τραγούδια.

Που ήταν απολιτίκ, βέβαια, για την εποχή.

Την εποχή εκείνη, ναι, ήταν. Δεν ήθελε…Τον δρόμο αυτό, τον πολιτικό, τον ακολούθησε κυρίως ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο Χατζιδάκις, απ’ την άλλη, χρωστούσε στην εφορία, ήταν χύμα στα οικονομικά, και έφυγε στην Αμερική. Δεν ήθελε να έχει σχέση με τα χρήματα, μουσική ήθελε μόνο να κάνει ο άνθρωπος. Τι έγραψε, όμως, στην Αμερική ο Χατζιδάκις! Μπήκε στο στούντιο και κάποιοι νέοι άνθρωποι τον τραγούδησαν εξαιρετικά!

Αναφέρεστε μάλλον στα «Reflections» με τους New York Rock And Roll Ensemble.

Ακριβώς, στα «Reflections»! Τι υπέροχος δίσκος!

Μου δίνετε πάσα να σας ρωτήσω αν ακούγατε καθόλου τα ξένα τραγούδια της εποχής σας.

Εμένα με καθόρισε η εμφάνιση των Beatles, ειδικά στο «Yesterday» και στα χαμηλών τόνων τραγούδια τους. Σε μια εκπομπή του Μαστοράκη, έπαιξα στο πιάνο και τραγούδησα το «Yesterday», ντοκουμέντο που έχει σωθεί.

Θα είχατε και καλή αγγλική προφορά, όπως σας ακούω να λέτε τις αγγλικές λέξεις.

Δεν μου αρέσει η προφορά μου…Έπρεπε να έχω ζήσει στην Αγγλία για να μπορέσω να τη φτιάξω κι άλλο…

Εγώ πάλι λέω ότι οι Κύπριοι έχουν πάντα καλύτερη αγγλική προφορά από τους Ελλαδίτες.

Εντάξει, δεκτό. Είναι αλήθεια.

Ο Πλέσσας έγραφε απολιτίκ μεσ’ στη χούντα, είπαμε. Εσείς είχατε πολιτική συνείδηση;

Ναι, αλλά με την έννοια ότι εδώ ήμουν ένας ξένος κι ανασφαλής φοιτητής. Το ’72 πήγα στο Μόντρεαλ και είδα μια συναυλία του Θεοδωράκη με τη Φαραντούρη. Ήταν η πρώτη μου συναυλία εκτός Ελλάδας, Σικάγο – Μόντρεαλ – Νέα Υόρκη, λίγο πριν τραγουδήσω στο Κάρνεγκι Χολ. Έτρεμα που θα τραγουδούσα σ’ έναν άβατο χώρο. Μόνο έμπειροι τραγουδιστές έμπαιναν εκεί μέσα.

1972, στο Μόντρεαλ με τον Μίκη Θεοδωράκη/ φωτογραφία: Αρχείο Μιχάλη Βιολάρη

Πείτε μου, όμως, για τον Θεοδωράκη.

Ήμουν στο Μόντρεαλ, βλέπω τις αφίσες του Θεοδωράκη κι αποφασίζω να πάω. Με είδαν κάποιοι φίλοι μου μουσικοί, τα είπαμε λίγο με τη Φαραντούρη και τους πρότειναν να έρθουν το ίδιο βράδυ εκεί που θα τραγουδούσα εγώ. Ήρθαν, βγήκαμε και φωτογραφίες! Εκεί ο Θεοδωράκης με ρώτησε αν θέλω να τον ακολουθήσω στο εξωτερικό! «Αν είναι δυνατόν να πω όχι» απάντησα…«Να πας πίσω στην Αθήνα, τώρα που θα γυρίσεις και να λες δικά μου τραγούδια» με συμβουλεύει ο Μίκης. Και μετά: «Θα έρθουν οι συνταγματάρχες, θα σε πάνε μέσα, αλλά θα μεσολαβήσω εγώ με ξένους, θα σε βγάλουμε και θα σε πάρουμε στη Γαλλία»…

Άντε πες τα αυτά τώρα σε ένα νέο παιδί που δεν είχε ιδέα. Αυτό θα μου πείτε, έτσι δεν είναι;

Ακριβώς, αν είχα γεννηθεί στην Αθήνα, πιθανώς να το έκανα, γιατί θα’χα άλλη εμπειρία. Όταν έρχεσαι, όμως, από ένα χωριό της Κύπρου και δε μιλάς καλά – καλά τα ελληνικά…Έπειτα, ξεκινάς στο τραγούδι το ’67 – ’68 και το ’72 έχει ήδη φτάσει, σαν να’ναι αύριο. Μου έλεγε πράγματα ο Μίκης που δεν θα μπορούσα να τα κάνω, όπως ένας άλλος Ελλαδίτης. Εγώ κάθε καλοκαίρι πήγαινα Κύπρο, έχοντας την ως βάση μου. Τώρα θα διαχειριζόμουν διαφορετικά μια τέτοια πρόταση.

Το έχετε μετανιώσει;

Όχι, απλά λέω ότι ήταν μια διαφορετική αντίδραση.

Γιατί και ο Πουλόπουλος, νομίζω, που είναι γεννημένος στην Ελλάδα, επίσης δεν είχε δεχτεί να ακολουθήσει τον Θεοδωράκη σε συναυλίες στην πρώην Σοβιετική Ένωση.

Το ξέρω, αν και εκεί είναι λίγο μπερδεμένα τα πράγματα.

Πολιτικοί λόγοι, λέτε;

Ενδεχομένως, αν και κατά την αφήγηση του ίδιου του Μίκη, ο Καλογιάννης αντικατέστησε τον Πουλόπουλο. Είχαν κλεισμένες 32 συναυλίες στη Ρωσία και δεν του έδιναν διαβατήριο του Πουλόπουλου για πολιτικούς λόγους, ας πούμε τώρα. Έπρεπε μετά από δύο εβδομάδες να αναχωρήσουν, ο Μίκης, η Φαραντούρη και η ορχήστρα του Διδίλη με τα μπουζούκια. Είχαν κάνει πρόβες με τον Πουλόπουλο, οπότε ο Μίκης είπε του Διδίλη: «Βρες μου έναν τραγουδιστή αύριο! Χθες!» Αυτά τα’χω  ακούσει από πρώτο χέρι. Ήμασταν με τον Πατσιφά στην Κολούμπια, στο στούντιο, και στο διπλανό στούντιο περίμενε ο Θεοδωράκης τον Μπιθικώτση. Μας τα διηγιόταν και γελούσαμε, αφού, όπως ξέρετε, ο Θεοδωράκης αφηγείται πολύ ωραία. Τελικά ο Διδίλης βρήκε έναν παπουτσή στην Καισαριανή, τον Καλογιάννη, και τον πήγε στον Μίκη. Ήξερε μόνο τέσσερα τραγούδια. Του είπε να μάθει κι άλλα, του έβγαλαν διαβατήριο κι έτσι τον πήραν στη Ρωσία.

Έχετε καλή σχέση με τη μνήμη;

Όσα έζησα, τα θυμάμαι πολύ καλά. Αυτά που γίνονται τώρα, τραγούδια που ακούω κλπ., δεν έχω λόγους να τα θυμάμαι, διότι δεν με ενδιαφέρουν. Τα τραγούδια της τελευταίας 20ετίας δεν σηματοδοτούν τίποτα για μένα.

Μήπως έχει να κάνει με τη νιότη αυτό;

Ναι, σίγουρα. Αν υπήρχε, όμως, ένα ενδιαφέρον καλλιτεχνικό – θεατρικό – τραγουδιστικό θέμα, θα μπορούσα να πάω μία και δύο φορές. Πήγα, ας πούμε, σε ένα έργο του Λαζόπουλου τρεις φορές, γιατί μ’ ενδιέφερε. Ο Λαζόπουλος γράφει εξαιρετικά, πιο πολύ γράφει, παρά παίζει.

Είστε φίλοι με τον Λαζόπουλο;

Ναι, με την έννοια ότι μιλάμε όποτε πάω στο καμαρίνι του. Μου άρεσε κάποτε που ήρθε να μ’ ακούσει, όταν ήμουν με τον Στράτο Διονυσίου. Μιαν άλλη φορά, συνταξιδεύαμε στο ίδιο αεροπλάνο για Αμερική. «Είναι κι ο Λάκης εδώ» μου είπε ο αεροσυνοδός, με πήρε και έκατσα δίπλα του κι είχαμε οχτώ – εννιά ώρες και τα λέγαμε. Πλέον, όποτε με συναντάει σε παράσταση του, με ρωτάει: «Ποια φορά είναι αυτή που το βλέπεις;» και γελάμε.

Ήσασταν πάντα χαμηλών τόνων, κύριε Βιολάρη; Δεν μου φαίνεστε «παρασκηνιακός».

Καθόλου, καμία σχέση. Ποτέ, εδώ και 52 χρόνια, δεν ήμουν στο σύστημα. Μέχρι τώρα! Να πρέπει να γραφτούμε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, λόγου χάριν, για να μας βοηθήσει. Δεν είχα καμία σχέση, ούτε και με εκπροσωπούσε βέβαια. Αλλά και αν με εκπροσωπούσε, δεν θα πήγαινα. Δεν μου άρεσε αυτό που έκαναν πολύ φίλοι μου για να παίρνουν συναυλίες στο Ηρώδειο και αλλού. Και τότε και τώρα γίνεται αυτό!

Δε νομίζω να κανονίζει τη σήμερον ημέρα το ΚΚΕ συναυλίες στο Ηρώδειο.

Κι όμως, υπάρχει για μας κάποια σιγουριά όταν κλείσουν κάποιες πόρτες. Τις ανοίγει το ΚΚΕ. Εδώ πρέπει να πούμε, όμως, ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα, τόσο της Ελλάδος, όσο και της Κύπρου, διαχειρίζεται πολύ πιο καλά τα πολιτιστικά απ’ ότι η Δεξιά! Ένα παράδειγμα: Στην Κύπρο η Αριστερά, το ΑΚΕΛ, δεν έχει καμία σχέση με την Αριστερά της Ελλάδας, διότι εδώ μεσολάβησε ο Εμφύλιος. Η Αριστερά με τη Δεξιά στην Κύπρο είναι φίλοι και bussinessmen. Δεν έχουν ιστορική αντιπαλότητα, ενώ στην Ελλάδα ο Εμφύλιος σηματοδότησε μίσος. Στην Κύπρο, όλοι ήταν φίλοι από παιδιά, απλά ο ένας ακολούθησε την Δεξιά κι ο άλλος την Αριστερά, «Άντε, ρε κουμπάρε, πάμε να φάμε τώρα» λένε και τρώνε!

Κι αυτό οδήγησε σε μια κακοδιαχείριση των πολιτιστικών; Το αντίθετο θα περίμενε κανείς.

Βάζει η Δεξιά, ας πούμε, στο Προεδρικό Μέγαρο τον Πανταζή και τραγουδάει «Τό’πε, τό’πε ο παπαγάλος». Έρχεται η Αριστερά με πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Γλαύκο Κληρίδη, που ήταν δεξιός και φίλος μου, και φέρνει τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τον Διονύση Σαββόπουλο να πουν τραγούδια που είχαν ένα εκτόπισμα! Οι περί τον Κληρίδη τώρα, δεξιοί και σαφώς μη γνωρίζοντες, έκριναν ότι θα μπορούσε να ακουστεί στο Προεδρικό Μέγαρο ο «Παπαγάλος» και το «Μείνε μαζί μου έγκυος, είμαι πολύ φερέγγυος». Θα μπορούσε την ίδια εποχή να ακουστεί στο Προεδρικό Μέγαρο όλο το ρεπερτόριο του Μάριου Τόκα ή να καλέσουν τη Χαρούλα Αλεξίου και έναν άλλο αξιόλογο τραγουδιστή, σαν τον Πάριο. Ο Πανταζής για μένα είναι ένας πολύ ωραίος διασκεδαστής, δε θέλω να μειώσω αυτό που κάνει. Θα μπορούσε, όμως, αυτό που κάνει, να το έκανε σε ένα πολύ ωραίο μαγαζί, τεράστιο στη Λευκωσία, αντί στους θαλάμους του Προεδρικού Μεγάρου. Άρα, η διαχείριση του πολιτισμού στην Κύπρο γίνεται αφάνταστα ωραιότερα από την Αριστερά. Όπως κι εδώ, άλλωστε! Το είχα πει και του προέδρου του ΑΚΕΛ, όταν ήρθαν και μ’ άκουσαν κάποτε στο Λονδίνο και πέρασαν πολύ ωραία. «Κύριε πρόεδρε» του είπα, «μπορεί να μην έχουμε καμία σχέση, αλλά σας δίνω τα συγχαρητήρια μου για τον τρόπο, με τον οποίο διαχειρίζεστε τον πολιτισμό στην πατρίδα μας».

Μήπως τό’χετε ένα απωθημένο με το Ηρώδειο;

Δεν έχω κανένα απωθημένο, λέω απλά ότι σε καλλιτέχνες δηλωμένους αριστερούς εδόθη το Ηρώδειο δωρεάν. Κατά καιρούς, ένας προσκείμενος στην Αριστερά και μη έχον λόγο να πάει στο Ηρώδειο, έχει πάει. Ας μην πούμε ονόματα. Μιλάμε για καταξιωμένους στη δουλειά τους, που δεν χρειαζόταν να πάνε στο Ηρώδειο. Να δείξουν τι; Δε χρειαζόταν, αφού ήταν ήδη τρομερά καταξιωμένοι. Ο καθένας φυσικά κρίνει ότι «εγώ, αφήνοντας το τραγούδι, θέλω να βγω στο Ηρώδειο».

Ας πάμε στο «Θαλασσινό τριφύλλι» που κάνατε με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Λίνο Κόκοτο. Ιστορικός δίσκος!

Το ΄71 που το ξεκινήσαμε, ήμασταν επί οχτώ – εννιά μήνες με τον Ελύτη και ετοιμάζαμε τα «Ρω του Έρωτα» και το «Θαλασσινό τριφύλλι».  Ο ίδιος ο Ελύτης λέει ότι πήρε τα τραγούδια αυτά χωρίς να έχει σχέση με το στίχο για να γίνει τραγούδι. Ήθελε, όμως, να προσπαθήσει να το κάνει, την ομοιοκαταληξία και τη σύμπτυξη των εννοιών μέσα σε τραγουδιστικά πλαίσια, για να δει πως θα πάνε τα πράγματα. Είχε προηγηθεί ο Μίκης με τις «Μικρές Κυκλάδες», αλλά σε μας εκλήθη ο Ελύτης από τον Πατσιφά. «Τι κάνουμε τώρα μετά τη Ντόρα Γιαννακοπούλου και το ”Άξιον Εστί” με τον Μπιθικώτση;» τον είχε ρωτήσει ο Πατσιφάς, που αν δεν ήταν πολύ φίλοι, δεν θα έκανε τίποτα ο Ελύτης στη LYRA. Κάποια στιγμή μας έφερε ο Πατσιφάς τον Ελύτη για να μας ακούσει. Μου λέει εμένα ο Ελύτης: «Κύριε Βιολάρη, δεν σας έφερα εγώ εδώ πέρα, ο κύριος Πατσιφάς σας έφερε. Εγώ σας ξέρω»! Σκεφτόμουν εγώ ότι ξεκίνησα το ’68 και τότε είχαμε ΄71, από που να με ήξερε; Μετά κατάλαβα ότι ο λεπτολόγος Ελύτης είχε πάρει όλα μου τα τραγούδια, τα μελέτησε κι έτσι είπε: «Τον θέλω αυτόν». Φανταστείτε, ευγένεια. Πήγε, ρώτησε: «Ποιοι θα τραγουδήσουν;»…«Κουμιώτη, Βιολάρης»…«Δεν τους ξέρω»…Και ζήτησε όλα μας τα τραγούδια ν’ ακούσει. Τα άκουσε, ως φαίνεται, πολύ προσεχτικά, αφού ο Ελύτης για μία άνω τελεία που μπήκε κατά λάθος, απέσυρε μια ποιητική συλλογή του. Ήταν μεγάλη τιμή αυτό που έκανε για μας και, όντας τόσο λεπτολόγος, ήταν για μήνες κάθε μέρα μαζί μας στο στούντιο. Άμα δεν ήταν ο Ελύτης, αναβαλλόταν η ηχογράφηση.

Δεν σας είχε αγχώσει αυτό;

Ήξερε ο ποιητής. Κάπνιζε το άφιλτρο τσιγάρο του και με έβλεπε να έχω άγχος δίπλα και σε μια ομάδα τεράστιων μουσικών: Ήταν ο Φάμπας στην κιθάρα, οι Ξαπλαντέρης – Ζαφειρίου στα μπουζούκια, ο Ταχιάτης, ο Καλλίρης στην ηλεκτρική κιθάρα. Μ’ αυτούς έπρεπε να γράψουμε ταυτόχρονα. «Πάμε να φύγουμε, Αλέκο, ν’ αφήσουμε τον Μιχάλη να τα γράψει» είπε κάποια στιγμή ο Ελύτης του Πατσιφά.

Θα ήταν, πάντως, ότι σπουδαιότερο είχατε κάνει ως τραγουδιστής μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Είχα την έννοια ότι έκανα ένα μεταπτυχιακό με το να τραγουδάω τον «Χαρίλαο» του Κώστα Γεωργουσόπουλου στην Πλάκα και αμέσως μετά Ελύτη. Ένιωθα σαν να έκανα master πάνω στη λογοτεχνία και την ποίηση, διότι μετά τους δόκιμους ποιητές, Σκίπης, Αιμιλία Δάφνη κλπ., ήρθε ο Γεωργουσόπουλος και μου έδωσε τον «Χαρίλαο απ’ τα Άσπρα Χώματα» και αρχίζουμε να κάνουμε παρέα. Και μετά, να μιλάς με τον Ελύτη για οχτώ μήνες και να σε λέει «Κύριε Βιολάρη». Αρχίζεις, ρε παιδί μου, και μπαίνεις στα βαθιά χωρίς να το καταλάβεις. Λες ότι εγώ είμαι μικρός γι’ αυτά τα πράγματα, αλλά ο δρόμος μου είναι καλοστρωμένος, αφού αυτό με εκπροσωπεί.

Ανταγωνισμό νιώσατε απ’ άλλους τραγουδιστές;

Τίποτα, όχι. Δεν συνέβη. Εμείς δεν είχαμε ταμπέλα, ούτε την ίδια διαδρομή με κάποιον που του έλειπε η δημοσιότητα ή το τραγούδι για να γίνει κάποιος. Επίσης, γνωρίζοντας τον Χατζιδάκι…

Στην Αμερική τον είχατε γνωρίσει;

Όχι, τον γνώρισα εδώ, πριν το ’66, πριν φύγει. Στην Αμερική ήμουν με τον Θεοδόση Άθα, έναν εξαίρετο ραδιοφωνατζή, φίλο του Χατζιδάκι. «Ξέρω που μένει ο Μάνος, πάμε να τον πάρουμε να βγούμε» μου λέει, «θα χαρεί άμα σε δει». Περάσαμε απ’ έξω και του πέταξε μια πέτρα στο παράθυρο του. «Για να δούμε, άμα ”απαντήσει”, σημαίνει ότι δεν κοιμάται»…Μετά ψάχναμε να βρούμε πέτρες, που να έβρισκες πέτρα στις λεωφόρους της Νέας Υόρκης; Τελικά ο Χατζιδάκις δεν ήταν σπίτι του εκείνο το βράδυ. Τέλος πάντων, ήθελα να πω ότι εμείς δεν είχαμε ανταγωνισμούς. Κάποιοι θέλαμε την ποίηση και κάποιοι αρέσκοντο στο λαϊκό τραγούδι για να πάρουν πιο πολλά λεφτά και να γίνουν ονόματα. Κάθονταν και τσακώνονταν για τα ονόματα στις μαρκίζες…Το ’72 συνάντησα στο στούντιο της Κολούμπια και στη LYRA τη Φλέρυ Νταντωνάκη, όταν έγραφαν με τον Μάνο και τον Ψαριανό τον «Μεγάλο Ερωτικό». Οτιδήποτε νέο έβγαζε ο Χατζιδάκις, ήμασταν οι πρώτοι που πηγαίναμε και το παίρναμε. Ακόμη δεν είχαμε τα χρήματα για να φτιάξουμε δισκοθήκη, οπότε ο Πατσιφάς μας προμήθευε με ότι έκρινε εκείνος, που πάντα ήταν το καλύτερο. Να τονίσω ότι, αν και παιδιά της LYRA, μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό δεν μας πάει συγκριτικά με ένα άλλο τραγούδι κλπ. Η LYRA έκανε καλές παραγωγές. Το εξώφυλλο στο «Θαλασσινό τριφύλλι» το’χε κάνει ο Μποστ. Πολλά εξώφυλλα τα έφτιαχναν διακεκριμένοι ζωγράφοι ή χαράκτες, φίλοι του Πατσιφά, που τα παραχωρούσαν δωρεάν.

Και συγχρόνως εσείς τραγουδούσατε πάντα σε μαγαζιά.

Σε μπουάτ, αλλά μετά τη Μεταπολίτευση οι μπουάτ άρχισαν να κλείνουν και να μείνουν όσες δευτεραγωνιστούσαν. Έτσι, αναγκάστηκα να πάω σε λαϊκά σχήματα, όπως ήταν οι συνεργασίες μου με τον Διονυσίου και τον Πάνο Γαβαλά. Μεγάλο σχολείο ο Γαβαλάς! Είχαμε το δικό μας ρεπερτόριο, όμως οι χώροι αυτοί ήταν λαϊκοί. Το δρόμο μας τον βρήκαμε σε συναυλιακούς χώρους, στους οποίους συνεχίζουμε μέχρι σήμερα.

Είχατε τη μεγάλη τύχη, επίσης, να τραγουδήσετε με τη Σωτηρία Μπέλλου.

Ναι, πάλι στη LYRA. Η μαγκιά της Μπέλλου, ο τρόπος που μίλαγε, ήταν μοναδικός! Έπαιζε πολύ τζόγο, κάτι που την έφερνε σε κόντρες με τον Πατσιφά. Είχαν μεγάλη πλάκα. Ο Πατσιφάς της έδινε χρήματα, αλλά μετά από δυο μέρες, πάλι δεν είχε. Την είχε πάντα ψηλά, όμως, την αγαπούσε. Η Μπέλλου ήταν μάγκας, ντόμπρα, άμα εκτιμούσε τη φωνή σου, θα σ’ τό’λεγε. Πήγαινα σε βραδινούς χώρους και την άκουγα. Πηγαίναμε με τον Σπανό, θυμάμαι, κι ακούγαμε τη Μπέλλου και τον Τάκη Μπίνη. Όλους τους είχα γνωρίσει στη LYRA, και τον Σαββόπουλο, με τον οποίο δεν είχαμε βέβαια μεγάλη επαφή, έκανε άλλα πράγματα.

Στην Κύπρο αποκτήσατε μεγάλη αναγνωρισιμότητα, έτσι;

Αυτό συμβαίνει πάντα, ναι. Δεν ήταν όμως το ζητούμενο μου. Εγώ, ας πούμε, τέλειωσα το πανεπιστήμιο. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο να τελειώνεις μια ανωτάτη σχολή, όσο το να γνωρίζεις σπουδαίους καθηγητές που σου δείχνουν το δρόμο. Εκεί κατάλαβα πως, επίσης, δεν είναι τίποτα σπουδαίο να τραγουδάς. Υπάρχουν ανώτερα πράγματα, υπάρχει ο Όμηρος, η ελληνική γλώσσα, ένα θαύμα του ελληνικού εγκεφάλου. Όταν γνωρίζεις κορυφές που σε αποκαλούν «Κύριε», ενώ δεν είσαι τίποτα, παίρνεις απ’ το ήθος τους. Η σπουδαιότητα του τραγουδιού είναι για κάποιους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και ξαφνικά γίνονται κάποιοι μέσω ενός τραγουδιού. Εγώ έχω άλλη άποψη. Σπουδαίος για μένα είναι ο Νανόπουλος ο επιστήμονας! Εντάξει, τραγουδάς, και τι έγινε; Ωραίο είναι, αλλά όχι σπουδαίο. Σαφώς και η δύναμη της τέχνης είναι μεγάλη, σαφώς και συμφωνούμε με το «Όταν καίγεται ένα σχολείο, ανοίγει μια φυλακή», αλλά κάθε βράδυ που δίνεις μια συναυλία, την επόμενη κιόλας μέρα ξεχνιέται. Για έναν τραγουδιστή είναι καλό να προσπερνάει τις ουρές στην τράπεζα ή να μην τον γράφουν οι αστυνομικοί. Οι νεότεροι, βέβαια, δεν μας ξέρουν και μας γράφουν. Παλιά είχα πει σε έναν «Δεν θα με γράψετε;»…«Όχι, φύγε» μου κάνει, «τα παιδιά μας μεγαλώνουν με σένα» κλπ. Εντάξει, νά’ναι καλά ο άνθρωπος, αλλά σε κάτι τέτοια έγκειται η σπουδαιότητα ενός τραγουδιστή συγκριτικά με άλλα «μεγάλα» πράγματα.

Τα «Ριάλια» είναι ένα ακόμη τραγούδι, που ακούς τον τίτλο του και ο νους σου πηγαίνει κατευθείαν στον Βιολάρη.

Τα «Ριάλια» τα διασκεύασα το ’71 προς ’72 μαζί με την «Τηλλυρκώτισσα». Η καινοτομία ήταν ότι εδόθη με μία καινοτομία το κομμάτι, με μπουζούκι, αλλά να φύγουν και τα βαριά τα κυπριακά και να γίνει σχεδόν ποπ. Όταν βγήκε ο δίσκος άρχισαν όλοι να λένε: «Ποιος ειν’ αυτός που δεν καταλαβαίνουμε τι τραγουδάει, αλλά μας αρέσει;» Τα δύο αυτά τραγούδια μπήκαν στα μπουζούκια όλης της Ελλάδας και όχι μόνο, έφτασαν μέχρι την Αμερική. Έγιναν ο προπομπός για να πάω εγώ μετά στο εξωτερικό και να κάνω συναυλίες. Μετά, όμως, τι ανακάλυψα; Άρχισαν να το λένε όλοι στα μαγαζιά, η Βίσση, ο Πάριος, ο Κόκοτας, μέχρι και ο Νίκος Ξανθόπουλος. Τους ρωτάγανε «Τι λέει το τραγούδι, ρε παιδιά;»…«Δεν ξέρουμε»…«Και τότε γιατί το λέτε;»…«Μας αρέσει»…«Καλά κάνετε, κι εμάς μας αρέσει»…Έτσι πέρασα και τα άλλα κυπριακά τραγούδια μου. Στην ουσία εγώ ανακαλύφθηκα ευρέως μετά τα «Ριάλια», που είχαν γίνει η σφραγίδα μου, το σήμα κατατεθέν μου. Θα ήθελα να προσθέσω ότι εμένα με βοήθησε πάρα πολύ ο Νίκος Ξανθόπουλος ο ηθοποιός. Στα πρώτα «Δειλινά», Πατησίων και Κέας, πηγαίναμε με τα πόδια να τον ακούσουμε και μετά μας έβαζε σ’ ένα ταξί, εμένα κι ένα φίλο στιχουργό, κι ερχόμασταν στου Δομάζου, στην πλατεία Βικτωρίας, και τρώγαμε μακαρονάδα. Ήταν σταρ τότε ο Νίκος από τις ταινίες του Τεγόπουλου και έλεγε δικά μου τραγούδια στα κυπριακά, με μία προφορά όχι ακριβώς κυπριακή.

Να μην αφήσουμε εκτός τον Μάνο Λοΐζο από την κουβέντα μας. Τον τραγουδήσατε πολύ στον κινηματογράφο.

Με τον Λοΐζο ήμασταν μαζί ένα μήνα στην Κύπρο, όπου εκεί ερωτεύθηκε τη Δώρα Σιτζάνη. Κάναμε την ταινία «Διακοπές στην Κύπρο μας» του Ορέστη Λάσκου με παραγωγό τον Διογένη Ηροδότου. Ο Λοΐζος μου έδωσε τραγούδια, τα οποία, επειδή δεν ήμουν στη MINOS, τα είπε μετά ο Νταλάρας. Και παλιότερα, είχα την τύχη να τραγουδήσω τραγούδια του Μάνου Λοΐζου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου μαζί με την Αλέκα Μαβίλη, αλλά και την ατυχία να τα πουν σε δίσκο μετά οι καλλιτέχνες της MINOS. Νομίζω, πάντως, πως τη Σιτζάνη δεν την αποδέχτηκε ποτέ το περιβάλλον του Λοΐζου και το λέω αυτό, γιατί ένα μήνα που ήμασταν κοντά με τον Μάνο, τον έβλεπα πανευτυχή με τον έρωτα του. Εγώ αυτό κρατάω, αυτό μετράει! Ο Μάνος είχε προβλήματα υγείας, του είπαν να μην καπνίζει και κάπνιζε τέσσερα πακέτα τη μέρα. Έτσι ήθελε…Ο Μάνος δεν είχε τίποτα, γνωρίστηκε με μια ωραία κοπέλα στα γυρίσματα και αγαπήθηκαν. Άλλαξε ολόκληρος και τον έβλεπες σαν μικρό παιδί να θέλει να γράψει τραγούδια.

Θέλω να μου πείτε τώρα πως σκεφτήκατε να κινηθείτε καλλιτεχνικά τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Πατσιφά. Μιλάω για τις δεκαετίες ’80, ’90 έως και το 2000.

Τα πράγματα έγιναν λίγο περίεργα τότε κι εγώ ήθελα να δω αν μπορώ να προσφέρω κάτι στα λαϊκά μαγαζιά. Είδα ότι οι μεγάλοι χώροι, τα λουλούδια και, παλιότερα, τα πιάτα, δεν με εκπροσωπούσαν. Το προσπάθησα δηλαδή, αλλά δεν μού’βγαινε. Έτσι, στα τέλη του ’90, λίγο πριν το 2000 δηλαδή, κάναμε ομάδα με την Πόπη Αστεριάδη, τον Λάκη Παππά και τη Ρένα Κουμιώτη και δώσαμε μια σειρά συναυλιών πολύ αυστηρών απ’ την άποψη ποίηση – τραγούδι – ήχος. Τα τελευταία χρόνια, κάποιοι της γενιάς μου επιλέγουμε την «Απανεμιά», μια ιστορική μπουάτ, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Πήγα επίτηδες πρόσφατα κι είδα την κόρη του Ζώρα. Ήθελα να δω πως εκφράζονται οι σημερινοί τραγουδιστές και διαπίστωσα πως δεν τους ακούει κανείς. Απλά πάνε εκεί, μπαίνουν σ’ έναν ήχο, ο οποίος σιγά – σιγά όλο και δυναμώνει, ενώ η οργάνωση στη βότκα και στα παγάκια δουλεύει ταυτόχρονα. Μία φορά πήγα…Είναι και δέκα κοπέλες εκεί, οι οποίες κάποια στιγμή φεύγουν κι αυτές κι άμα ρωτήσεις που πήγανε, σου απαντάνε ότι τις ζήτησε ο τάδε…

Μου κάνει εντύπωση που δεν είχατε ανάλογες εμπειρίες από τα λαϊκά μαγαζιά, απ’ τα οποία κι εσείς περάσατε.

Εγώ έμαθα από τον Στράτο, έμαθα από τον Γαβαλά, από τον Περπινιάδη. Καθόταν ο Περπινιάδης και τραγουδούσε στο καμαρίνι ένα τραγούδι του Χρήστου Λεοντή, το «Που να χωρέσει τ’ όνειρο». Πήγαμε και μαζί στην Κύπρο, τραγουδήσαμε στη Λεμεσό. Του Γαβαλά, απ’ την άλλη, είχε φύγει η νεότητα και η δραστηριότητα του κι εγώ τον πέτυχα σαν έναν άνθρωπο που βάρυνε και κάπνιζε πάρα πολύ, εξ ου και πέθανε από καρκίνο στο λάρυγγα. Είχε κλείσει εντελώς η φωνή του, αλλά ακόμα ήταν στα πάλκα. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μιας άλλης φιλοσοφίας, τα έβλεπαν αλλιώς τα πράγματα.

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Έφυγε, λέτε, η νεότητα και η δραστηριότητα του. Είπατε το ίδιο και για τον εαυτό σας κάποια στιγμή;

Η δραστηριότητα μου, εκείνη που είχα, έφυγε. Κρατάω όμως ακόμα μια μικρή δραστηριότητα μόνο για περιπτώσεις που θα ήθελα κάτι να κάνω. Σκέφτομαι να κάνω τον Ιούλιο του 2020 μια συναυλία με τον λίγο εγωιστικό τίτλο «Η Κύπρος τραγουδάει Μιχάλη Βιολάρη». Τα δικά μου τραγούδια, ξέρετε, δεν έχουν τραγουδηθεί όλα μαζί το ίδιο βράδυ. Θέλω ένα βράδυ σ’ έναν ωραίο χώρο να ακουστούν συγκεντρωμένα. Στο θέατρο Κούριο θα ήθελα να δώσω την τελευταία μου συναυλία, διότι πότε θα πω κι εγώ στον κόσμο «Αυτή είναι η τελευταία μου συναυλία»;

Σωστό το ερώτημα. Κι εγώ πάντα ρωτάω καλλιτέχνες της γενιάς σας πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να πουν ότι σταματάνε.

Είναι δύσκολο. Όταν δώσεις μια συναυλία και μετά την ακούσεις σε mp3 ή τη δεις σε βίντεο, το σωστό είναι να την κρίνεις αυστηρά. Όταν θα πω λοιπόν «Εδώ, Μιχάλη, τα πράγματα δεν είναι καλά», η επόμενη συναυλία πρέπει να’ναι κι η τελευταία. Δεν πρέπει να πουν: «Κοίτα που κατάντησε ο Βιολάρης»! Σ’ αυτό στοχεύω κι αν το πουν, θα είναι δικό μου λάθος. Ούτε ένας από το κοινό δεν πρέπει να το πει αυτό.

Η φωνή σας, όμως, δεν μπορεί να είναι ίδια με το ’65 και το ’75.

Ναι, αλλά εγώ και οι γύρω μου, οι αυστηρά κρίνοντες, καταλαβαίνουν ότι ένα τραγούδι το στηρίζω σήμερα. Πέρσι, με είδα σε μια συναυλία και ήμουν ικανοποιημένος. Δεν ξέρω, όμως, τι θα γίνει το 2020 ή το 2021. Ούτε και επιτρέπω να έρθει άλλος και να μου πει: «Μιχάλη, δε βγαίνει η φωνή, παράτα τα». Γιατί να μην το πω εγώ πρώτος; Μόνο έτσι θα μπορώ και να πω: «Κοιτάξτε να δείτε, μαζευτήκαμε για να με δείτε τελευταία φορά που τραγουδώ». Βλέπω, ας πούμε, έναν – δυο τραγουδιστές μεγάλους, φίλους μου, που δεν θα έπρεπε ν’ αφήνουν τον εαυτό τους να τραγουδάει. Και, όμως, το κάνουν!

Ο καλλιτέχνης έχει και μια ψυχολογική σχέση με το κοινό τους.

Και ο Χατζηχρήστος ξέχναγε τα λόγια του στο τέλος, αλλά έβγαινε. Είναι ένα σαράκι που σε τρώει. Χώρια που οι ηθοποιοί, και γέροι να είναι, παίζουν τους γέρους. Οι τραγουδιστές, όμως; Τώρα περιμένω πως και πως να πάω στη Νέα Υόρκη, να κάνω αυτό το μεγάλο ταξίδι, για να δώσω τρεις συνολικά συναυλίες. Ειλικρινά, πως και πως το περιμένω! Εγώ, που πήγα στη ζωή μου πενήντα φορές Αμερική, πέντε φορές Αυστραλία και είκοσι φορές στην Ευρώπη, θεωρώ ότι δεν δούλεψα πολύ. Δεν κουράστηκα, παρόλα τα πήγαινε – έλα, γιατί γούσταρα ότι έκανα. Και τώρα το ίδιο προσπαθώ και μ’ αρέσει, να σκέφτομαι τι θα κάνω το 2020!

Είστε μοναχικός άνθρωπος;

Δεν παντρεύτηκα ποτέ, αλλά οι γυναίκες, που μου έκαναν την τιμή να είναι μαζί μου, φεύγανε. Δεν τις παντρευόμουν. Όχι γιατί δεν ήταν στο πρόγραμμα, αλλά ίσως γιατί δεν ταίριαξα με τη νοοτροπία μιας μεγάλης πόλης σαν την Αθήνα. Δεν μετανιώνω και κλαίω…Έζησα εννιά χρόνια με την ίδια γυναίκα, πέντε χρόνια με την άλλη γυναίκα και τέσσερα χρόνια με μιαν άλλη. Είχα συντροφικές εμπειρίες, γιατί- αλίμονο- δεν είναι εύκολο να ζει μόνος του ένας άνθρωπος. Αν συζήσεις, όμως, και δεν περνάς καλά, καλύτερα να είσαι μόνος σου. Εγώ επιδιώκω την ποιοτική μοναξιά, όχι την άρρωστη. Η ζωή μου επιφύλαξε τα καλύτερα, όχι μόνο να κάνω ταξίδια σε όλο τον κόσμο, αλλά και υψηλές γνωριμίες με σημαντικά πρόσωπα της διανόησης. Δεν είναι αξιοσύνη να μιλάς με τον Ελύτη, είναι καθαρή τύχη.

Με το διαδίκτυο τι σχέση έχετε;

Καλή και διακριτική. Προσέχω πως το χρησιμοποιώ. Τα τελευταία τρία χρόνια, ελλείψει δισκογραφίας, δουλεύουμε καινούργια τραγούδια και διασκευές μαζί με τον Τάσο Καρακατσάνη, συνεργάτη απ’ τα παλιά, και τα «ρίχνουμε» στο YouTube. Πρόσφατα διασκευάσαμε ένα κομμάτι από το δίσκο «Ώρες», που το’χε πει η Ρένα Κουμιώτη, για δύο βιολοντσέλα και δύο κιθάρες.

Να πούμε και δυο λόγια για την μίνι περιοδεία σας στην Αμερική, την αιτία που συναντηθήκαμε.

Στις 4 Οκτωβρίου θα τραγουδήσω στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ για τον απόδημο κυπριακό ελληνισμό. Η δεύτερη συναυλία είναι στις 13 Οκτώβρη, ημέρα Κυριακή, στις 6.30 το απόγευμα, στο Queens Theater. Κατάφερα να μην είμαι σε χώρους που οι άλλοι απλά θα χορεύουν…

Τις κλείσατε εύκολα αυτές τις συναυλίες;

Όχι, δύσκολα. Θέλουν συνήθως να γίνονται σε χώρους, που ο άλλος θα έρθει να διασκεδάσει, να φάει κλπ. Το 2017 είχα ξαναπάει στη Φιλαδέλφεια, σε χώρο που εκείνοι ήθελαν. Τους είπα μετά «Ευχαριστούμε πάρα πολύ, αλλά δεν θα ήθελα να το επαναλάβω». Έτσι, μου είπαν τώρα να το ξανακάνω, σε χώρο που παίζουν συμφωνικές ορχήστρες και φιλοξενούνται καλά θεατρικά έργα.

Είχατε πολλά χρόνια να πάτε Αμερική;

Πήγαμε το 2017 και πιο πριν είχαμε πάει το 2004.

Άρα έχετε ανοιχτούς δεσμούς με τις ΗΠΑ.

Ακριβώς. Πήγαμε και Αυστραλία. Ο ελληνισμός είναι ανεβασμένος εκεί, αλλά -βρε παιδί μου- μετά από πέντε φορές στο πήγαινε – έλα, έχω μεγαλώσει, δεν το σηκώνω πια τόσο μεγάλο ταξίδι.

Η στιγμή μετράει στη ζωή περισσότερο, κύριε Βιολάρη;

Ναι, η στιγμή, γιατί η ευτυχία δεν τρέχει απ’ τα παντζάκια μας κάθε μέρα. Στιγμές είναι η ευτυχία, μια ωραία συναυλία, μια ωραία παρέα…Ο τρίτος βράχος είναι η Γη μετά τον Ήλιο με ηλικία εφτάμισι δισεκατομμυρίων ετών! Κι εμείς τώρα τσακωνόμαστε ποια φωτογραφία θα μας βάλουν στα μαγαζιά, βλακείες δηλαδή…Χαίρομαι που δεν έδωσα σημασία ποτέ σ’ αυτά τα πράγματα μέσα στην παγκοσμιότητα του σύμπαντος. Γυρνάω την πλάτη στη ματαιοδοξία του ανθρώπου για φήμη και δόξα.

Τι είναι αυτό που θα αφήσετε πίσω σας στο χρόνο;

Πιστεύω πως δεν θα θυμούνται εμένα ως τραγουδιστή, αλλά μερικά τραγούδια απ’ αυτά που μένουν. Αν ο χρόνος σου κάνει την τιμή να τα κρατήσει – ευτυχώς εμένα μου έκανε την τιμή να κρατήσει ορισμένα τραγούδια μου – νομίζω πως εκεί βασίζεται η θύμηση. Στη συνείδηση του λαού.

Σας ευχαριστώ γι’ αυτή τη συζήτηση και εύχομαι καλή επιτυχία στην Αμερική.

Εγώ σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία και εύχομαι να τα ξαναπούμε κάποτε.

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

* Ο δημοφιλής τραγουδιστής της ελαφρολαϊκής μουσικής, των κυπριακών τραγουδιών, και του Νέου Κύματος Μιχάλης Βιολάρης και η Ανδριάνα Κόλλια προετοιμάζονται για δύο μοναδικές συναυλίες στις ΗΠΑ. Η πρώτη διοργανώνεται από τον Σύνδεσμο Κυπρίων Μείζονος Φιλαδέλφειας «Μακάριος ΙΙΙ» και έχει ως τίτλο «Εν χορδαίς και οργάνω» και θα λάβει χώρα την Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2019 και ώρα 7 πμ στο θέατρο «Suzanne Roberts Theatre» στη διεύθυνση 480 S Broad Street, Philadelphia, PA. Η δεύτερη διοργανώνεται από τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Αμερικής και αναμένεται να συμμετάσχει και η Χορωδία του Παγκυπρίου υπό τη διεύθυνση του Φύτου Στράτη. Η συναυλία θα λάβει χώρα τη Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2019 και ώρα 6.00 μ.μ. στο Queens Theater στη διεύθυνση 14 United Nations Ave S, Corona, NY 11368. Τους δύο καλλιτέχνες και τη Χορωδία του Παγκυπρίου θα συνοδεύσουν οι μουσικοί Γιώργος Σαλβάνος (πιάνο), Γιώργος Πολίτης (κιθάρα), Μιχάλης Γιατράκης (μπουζούκι) και Μαρία Γιατράκη (μπουζούκι), οι οποίοι έρχονται από την Κύπρο. Για πληροφορίες και για κρατήσεις θέσεων για την παράσταση της Φιλαδέλφειας οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να επικοινωνήσουν με τη Γεωργία Κουρνέλλα στο (856) 296-6980 ή στο email [email protected]. Εισιτήρια για τη συναυλία της Νέας Υόρκης μπορεί να προμηθευτούν μέσω του Box office του Queens Theatre (718) 760-0064 (www.queenstheatre.org), είτε μέσω του εστιατορίου «Διόνυσος» (718) 932-3231.

Σχόλια μέσω facebook