Κάπου στη Λαυρεωτική, για τον Λαυρέντη. Μια αληθινή ιστορία

Υπάρχει με τον τρόπο του, με τα χούγια του, με τη βεβαιότητα πως βρίσκεται εν ζωή και τραγουδάει.


Βάζουμε μπρος, προκειμένου να γυρίσουμε πίσω. Το Σούνιο ήδη ανάμνηση, η Συγγρού προσδοκία, η θάλασσα παράλληλη μ’ εμάς, η θάλασσα μέσα μας, η θάλασσα πάνω μας. Κανείς δεν ξέβγαλε το αλάτι από πάνω του. Γεύση θερινή κι οσμή από φθινόπωρο. Σεπτέμβριος. Βολεύομαι στο πίσω κάθισμα με άνεση. Εγώ, οι τσάντες, οι βρεγμένες πετσέτες. Ο Πήτερ ένας πατέρας που οδηγεί κι η Κρίστι μία κόρη, που ψάχνει σταθμούς στο ραδιόφωνο. Σταθμεύουμε, εν κινήσει…

«Ο Μουσικός τιμά έναν μεγάλο καλλιτέχνη»

Ξάφνου ένα φανάρι κόκκινο, ένα φωτάκι στη νιότη, ένα τραγούδι που είχα χρόνια να ακούσω και να που το ακούω ξανά. Διδυμότειχο Μπλουζ, εκεί στο Νότο της Αττικής γης…

– The sea is so beautiful, ψιθυρίζω κοιτάζοντας τη θάλασσα που γίνεται χρυσή κατά τόπους.

– Especially, when you hear this music, αποκρίνεται ο Πήτερ δίνοντας πάσα στο Νταλάρα, στο πιάνο, στη μελαγχολική πενιά, στην αργή περιγραφή, στη γρήγορη εξέλιξη. Στ΄ αλήθεια, πόσο ωραίο τραγούδι! Πόσο συνηθισμένο στα ελληνικά μου αυτιά και πόσο ασυνήθιστο σε κάποιον ξένο. Πόσο αλλόκοτο ή ίσως και περίεργο για κάποιον που δεν ξέρει για τι μιλάει ή τι περιγράφει περίπου. Βαριέμαι να τους κάνω τη μετάφραση. Θέλω να ακούσω, να απολαύσω το τραγούδι.

Τα χιλιόμετρα προχωρούν, η ένταση ανεβαίνει, ο Πήτερ χαμηλώνει τον ήχο, το τραγούδι πάει για κλείσιμο. Φανάρι το φανάρι θα ακουστεί μια Πρωτοψάλτη, ένας Πουλόπουλος, αρκετοί που ήδη ξέχασα, αρκετά που θα απομακρύνουν την ώρα και θα κάνουν τη Συγγρού να πλησιάσει. Το ρολόι ακουμπά στις εφτά. Επανάληψη.

«Ο Μουσικός τιμά έναν μεγάλο καλλιτέχνη»

Για δεύτερη φορά, υπό την ίδια συνθήκη, θυμάμαι τον άνθρωπο που αυτή την εβδομάδα με έκανε να κλάψω. Με τσάκισε ο θάνατος του Λαυρέντη, απρόσμενα. Δεν τον περίμενα, αλλά και δεν περίμενα τον εαυτό μου τόσο λυπημένο. Στενοχωρήθηκα.

Ναι, δεν ήταν αυτό που θα έλεγα «ο αγαπημένος μου», όμως ήμουν καλομαθημένη. Είχα τη σιγουριά πως ήτανε εκεί. Υπήρχε. Σαν συγγενής που υπάρχει στη φαμίλια και ας μην σκοτώνεσαι να τον καλέσεις στο τηλέφωνο. Υπάρχει με τον τρόπο του, με τα χούγια του, με τη βεβαιότητα πως βρίσκεται εν ζωή και τραγουδάει. Υπήρχε. Έδινε συναυλίες, συνεντεύξεις, ψυχή. Ήταν εκεί και έφτιαχνε τραγούδια που μπορεί να μην ονομάζονται επισήμως “αριστουργήματα όλων των εποχών”, όμως έχουν αφήσει, ήδη, εποχή.

– I don’t know what he is saying… but I like it, φωνάζει η Κρίστι ξαφνικά, χορεύοντας σε έναν ρυθμό που δεν έχει ξανακούσει.

– Πόσο σε θέλω, της απαντώ. Αυτό λέει.

Αυτό λέω και της κάνω και μετάφραση, και της εξηγώ πως γράφτηκε, και την ενημερώνω για το θάνατο, και της τονίζω και το όνομα, αργά, γιατί είναι δύσκολο στη γλώσσα της, «La-vre-ndis Ma-he-ri-tsas», γιατί κάπως έτσι δεν πρέπει να κάνουμε των αγαπημένων τα Μνημόσυνα; Σε ένα γύρω οι συγγενείς και να λέμε ιστορίες για εκείνον που πέθανε. Σε ένα γύρω οι φίλοι, οι γνωστοί και ν’ ακούν τις μουσικές του. Σε ένα γύρω και να λένε «Αιωνία του η μνήμη» που δεν μπορεί, αιωνία θα είναι, αφού κατάφερε να ξεσηκώσει ένα κορίτσι άλλης γενιάς, άλλης κουλτούρας, άλλης ομιλίας, άλλης αρμονίας, άλλης μουσικής, μ’ ένα τραγούδι αυτονόητο για εμάς, όμως για εκείνην, ξένο.

 

Κωνσταντίνα Τασσοπούλου – ogdoo.gr

Σχόλια μέσω facebook