Της Παναγιώτας Ιωακειμίδου* 

Η Μακρόνησος είναι γνωστή σαν ένας τόπος εξορίας και «σωφρονισμού» των αντιφρονούντων, κυρίως κομμουνιστών.

Είναι όμως ελάχιστα γνωστό ότι η αρχική του χρήση ήταν άλλη, τόπος «καθαρισμού» και απολύμανσης των Ποντίωνπου κατέφταναν ταλαιπωρημένοι και θύματα γενοκτονίας στην μάνα Ελλάδα.

Info: Η γενοκτονία των Ποντίων, η οποία τιμάται κάθε χρόνο στις 19 Μαΐου, έγινε από την κυβέρνηση των Νεότουρκων κατά το χρονικό διάστημα από την έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (1914) ως και τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922). Οι Νεότουρκοι με τα σκληρά μέτρα που έλαβαν εναντίον των Ελλήνων του Πόντου με τη μέθοδο των εξοριών, βιασμών, σφαγών, εξανδραποδισμών και απαγχονισμών εξόντωσαν πάνω από το 50% του ολικού πληθυσμού των Ελλήνων του Πόντου (353.000, σύμφωνα με τη Μαύρη Βίβλο του Κεντρικού Συμβουλίου των Ποντίων στην Αθήνα) και εκτόπισαν δεκάδες χιλιάδες Πόντιους Έλληνες από τη γη των προγόνων τους. Την έχουν αναγνωρίσει επίσημα πολλά κράτη και διεθνής οργανισμοί, αλλά η Τουρκία αρνείται να το κάνει.

 

Την εποχή εκείνη ήταν ένα ακατοίκητο νησάκι μήκους εννέα χιλιομέτρων και σε μικρή απόσταση από τα παράλια της Αττικής. Οι πρώτοι Πόντιοι πού έφτασαν εδώ ήταν από τον Καύκασο. Αυτοί κατασκεύασαν και τις υποτυπώδεις υποδομές.Τα παραπήγματα, τη στέρνα για το νερό και τα κτήρια της υγειονομικής υπηρεσίας.

Μόλις πατούσαν εδώ το πόδι τους, αμέσως τους οδηγούσαν στα λουτρά και μετά τους κούρευαν σύριζα τα μαλλιά με κάτι σκουριασμένες μηχανές με τις οποίες κούρευαν τα άλογα και τα πρόβατα. Οι γυναίκες και τα κορίτσια ένιωθαν την απόλυτη ταπείνωση. Για τη γυναίκα του Πόντου, τα «τζέμες» ήταν η ίδια η γυναικεία τους υπόσταση, το στολίδι τους. Έκλαιγαν απαρηγόρητες καθώς αποχωρίζονταν τα μαλλιά τους μέσα σε συνθήκες απόλυτου εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Μαζί με τους απελπισμένους Πόντιους, καταφθάνουν εδώ τον Φεβρουάριο του 1923 εκπρόσωποι από το «Αμερικανικό Νοσοκομείο Γυναικών» με την επικεφαλής γιατρό Έστερ Λαβτζόι.

Η ιστορία της Μακρονήσου και των συγγενών μας που βρέθηκαν εκεί είναι εντελώς άγνωστη. Συνολικά μεταφέρθηκαν εκεί 7-8 χιλιάδες Πόντιοι. Αρχικά  τους έβαλαν μέσα σε θάμνους με τα πράγματά τους. Στη συνέχεια  έστησαν παράγκες με σανίδια,τους κούρεψαν και τους έλουσαν. Κούρευαν τις γυναίκες με την ψιλή, πράγμα ταπεινωτικό. Καθώς έπεφταν στο χώμα οι κοτσίδες των κοριτσιών, ένιωθαν να χάνουν και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας που τους είχε απομείνει. Ταπείνωση, προσβολή και ψυχική ισοπέδωση ήταν όλα όσα ένιωθαν.Τα κλάματα των γυναικών δε συγκινούσαν κανέναν πια. Είχαν στερέψει τα δάκρυα τους. Δεν άντεχαν άλλο,δεν αντιδρούσαν.Βουβοί,με κατεβασμένα κεφάλια ακολουθούσαν την άδικη μοίρα τους που τους έριξε σε αυτό το αφιλόξενο  μέρος της πατρίδας των ονείρων τους. Πέθαιναν δεκάδες καθημερινά. Τους έθαβαν βιαστικά. Τους έβαζαν μέσα σε τσουβάλια. Τους έριχναν μέσα σε χαντάκια ασβεστωμένα και τους σκέπαζαν με χώμα. Χωρίς φέρετρα, χωρίς κουράγια από τους δικούς τους να τους κλάψουν και να τους μοιρολογήσουν. Αντί για σάβανα και νεκρικές τιμές ασβέστωναν τα νεκρά σώματα προτού τα αραδιάσουν στα χαντάκια και τα σκεπάσουν με χώμα.

Αυτοί είναι οι «τυχεροί». Υπάρχουν και οι άτυχοι που πέθαιναν πάνω στα πλοία και δεν αξιώθηκαν ούτε μια χούφτα χώμα πάνω στα ταλαιπωρημένα τους σώματα που αραδιάζονταν στο κατάστρωμα και μετά ρίχνονταν στη θάλασσα. Πόση εξαθλίωση για  έναν τόπο,όπου νικητές στρατηγοί καταδικάστηκαν σε θάνατο,γιατί διέπραξαν τα βαρύ και ασήκωτο έγκλημα να μην περισυλλέξουν τους νεκρούς. Κάθε εποχή έχει την ηθική της τελικά. Ήταν τόσο μεγάλη η αταξία με την οποία γινόταν αυτό, ώστε συνέβη μια φορά να πετάξουν στους λάκκους μια ζωντανή γυναίκα, η οποία άρχισε να φωνάζει τη νύχτα και τελικά την έβγαλαν έξω. Αυτή η πατρίδα δεν τους θεώρησε άξιους ούτε για μνήμα ούτε για κηδεία. Άκλαυτοι και άψαλτοι άφησαν τα κόκκαλα τους στην πατρίδα που μόλις γνώρισαν και τόσο αγαπούσαν.  Κατάντησαν όμως απόκληροι, ανίκανοι να μιλήσουν ελληνικά. Τους μαζεύουν και τους οδηγούν από τόπο σε τόπο σαν τα ζώα. Τους ρίχνουν σε σκοτεινές τρύπες και τρώγλες. Δεν έχουν φαγητό, είναι παγωμένοι, πεινασμένοι και άρρωστοι.

Ξερός τόπος και άνυδρος, βρήκαν γλυφές πηγές και έπιναν. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες. Πείνα,δίψα βρωμιά παντού.Το φαγητό λιγοστό και γεμάτο σκουλήκια ή εντελώς ακατάλληλο. Οι ρέγγες  που τους έδιναν σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη νερού τους οδήγησαν πολύ γρήγορα στις αρρώστιες και το θάνατο.  Άλλοτε πάλι το ακατάλληλο κατσικίσιο κρέας τους έφερνε δυσανεξία και  δυσεντερία.  Μια μέρα πέταξαν τα καζάνια με το φαγητό στη θάλασσα για να τους αναγκάσουν να τους δώσουν ξηρά τροφή.Τη διατροφή τους είχαν αναλάβει  οι εργολάβοι,οι οποίοι αποσκοπώντας στο κέρδος τους τάιζαν με ό,τι πιο άθλιο υπήρχε. Κάποιοι πλούτισαν  από τη δυστυχία αυτών των ανθρώπων.

Η διοίκηση ήξερε και έβλεπε τι ακριβώς συμβαίνει,αλλά δεν αντιδρούσε. Οι περισσότεροι πέθαναν από πείνα και αρρώστιες. Τους τάιζαν χαλασμένες τροφές και τους έπιασε τύφος. Οι ατσίδες της εποχής έρχονταν κρυφά με καΐκια και πουλούσαν τρόφιμα. Ένα ψωμί μια λίρα,ένα ρολόι,ένα δαχτυλίδι.Τότε εξεγέρθηκαν και ζήτησαν να φύγουν. Αν έφευγαν με δική τους ευθύνη δεν θα είχαν κανένα δικαίωμα σε χωράφια και άλλες παροχές. Ζήτησαν να φύγουν,να σωθούν, αλλά πάλι τους το αρνήθηκαν. Τότε πήραν ξύλα και πέτρες,απείλησαν να τα κάψουν όλα  και έτσι επέτρεψαν σε κάποιους να φύγουν. Δεκαετίες μετά ο Γιάννης Ρίτσος βρισκόμενος εδώ για άλλους λόγους και έχοντας προφανώς υπόψη του τα γεγονότα αυτά γράφει:

«..Κι η Παναγιά του Πόντου φλωροκαπνισμένη απ’ το σούρουπο
να σεργιανάει ξυπόλυτη στην αμμουδιά
συγυρίζοντας τα σπίτια των μικρών ψαριών
καρφώνοντας μ’ ένα θαλασσινό σταυρό τη φεγγαρίσια της πλεξούδα..
»

(Γιάννης Ρίτσος – Πέτρινος χρόνος – Τα Μακρονησιώτικα)

Μερικές εκατοντάδες από αυτούς μια ωραία πρωία τους φορτώνουν σε ένα ρώσικο καράβι, το «Βιτίμ» που το είχαν αγοράσει από την οπισθοχώρηση των Ρώσων και τους μεταφέρουν στην Αλεξανδρούπολη. Όμως τους κράτησαν στα ανοιχτά και δεν τους επέτρεψαν να κατέβουν. Χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, σαν τα αγρίμια, αναγκάστηκαν να ξηλώσουν τα ξύλα από τα αμπάρια για να βράσουν τσάι στα σαμοβάρια.

Δεν ήθελαν με τίποτα να ξαναπεράσουν τα μαρτύρια της καραντίνας. Ο άνθρωπος σε συνθήκες ακραίες αναπτύσσει και ακραίες συμπεριφορές. Έτσι αποθηριώνονται και καίνε τους νεκρούς κάτω στα καζάνια  ή τους πετάνε στη θάλασσα  για να μην  ξαναπεράσουν, όσοι απόμειναν ζωντανοί, το μαρτύριο της καραντίνας. Εξαθλίωση σωματική, ψυχική  και ηθική. Μετά από πέντε μέρες παραμονής στα ανοιχτά της Αλεξανδρούπολης επιστρέφουν ξανά στον Άγιο Γεώργιο Σαλαμίνας. Παραμένουν όμως στα ανοιχτά και εδώ. Δεν τους ξαναδέχονται στο νησάκι. Μια μαούνα τους φέρνει ψωμί και κονσέρβες. Το θέαμα είναι συγκλονιστικό. Τρεις χιλιάδες αμίλητοι άνθρωποι τρώνε σαν τα αγρίμια από ένα ψωμί και μια κονσέρβα. Το πλοίο τελικά απέπλευσε μετά από  πέντε μέρες για την Πάργα. Κατέφτασαν στην Ήπειρο. Άλλοι από αυτούς ρίζωσαν εδώ, άλλοι τράβηξαν και αυτοί,όπως οι περισσότεροι, για τη Μακεδονία.

Αυτή την κατάσταση στη Μακρόνησο βρήκαν οι άντρες από το  Αλτίνογλου Τσιφλίκ, το χωριό των γιαγιάδων μου και του ενός παππού μου, του Χαράλαμπου Τσαβδαρίδη, όταν ήρθαν εδώ. Ζήτησαν όλοι να φύγουν. Δεν είχαν κανέναν λόγο να μείνουν εδώ. Τους το αρνήθηκαν και έτσι το διεκδίκησαν μόνοι τους. Ήρθε ένα καράβι να πάρει τους γερούς Πόντιους να τους πάει στο Γύθειο. Τρύπωσαν εδώ λαθραία, στριμώχτηκαν και απέδρασαν στην ελευθερία. Οι περιπέτειες όμως συνεχίζονται. Εδώ κινδύνεψαν να πεθάνουν από πείνα. Επειδή έφυγαν λαθραία,δεν ήταν στις καταστάσεις προσφύγων και δεν δικαιούνταν  να πάρουν τρόφιμα. Διαμαρτυρήθηκαν, φώναξαν και με τα πολλά τους έδωσαν ένα καρβέλι ψωμί και τους έδιωξαν στη Σπάρτη.

Περιέρχονται τις πόλεις της περιοχής ζητιανεύοντας: Σπάρτη, Τρίπολη, Κόρινθο είναι οι πόλεις που γυρίζουν με τα πόδια ψάχνοντας ένα κομμάτι ψωμί. Αλλά οι κάτοικοι δεν έδειχναν και μεγάλη προθυμία  να βοηθήσουν. Περπατώντας πάντα φτάνουν στην Αθήνα. Εδώ η επιτροπή προσφύγων τους βάζει στο τρένο και τους στέλνει Λάρισα και Τύρναβο, όπου βρίσκουν και άλλους συγχωριανούς τους. Το κλίμα είναι βαρύ. Πεθαίνουν κάμποσοι από ελονοσία και αποφασίζουν να φύγουν για Θεσσαλονίκη και από εδώ στο νέο τους χωριό, τον Κλείτο Κοζάνης.

Το πλοιάριο «Άγιος Παύλος» ερχόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα και παρελάμβανε τους υγιείς. Τους αποβίβαζε στο Γύθειο.Δεν υπήρχε πρόνοια πού θα πάνε,τι θα φάνε.Καμιά πληροφορία δεν είχαν  για το πού βρίσκονταν τα άλλα μέλη της οικογένειας τους.Έτσι περιφέρονταν πλάνητες,χωρίς χρήματα, χωρίς δουλειά, χωρίς  σκοπό. Στέγη να κουρνιάσει το ταλαιπωρημένο σώμα τους δεν έβρισκαν.Υπήρχε βέβαια μια υποτυπώδης επιτροπή υποδοχής προσφύγων, αλλά εκτός από υποσχέσεις δεν τους πρόσφερε τίποτα άλλο. Υπήρχαν σχέδια αποκατάστασής τους εκεί στην Πελοπόννησο, αλλά καθυστερούσαν πολύ και αυτοί καθώς ήτανε απέλπιδες και κουρασμένοι δεν άντεχαν την αβεβαιότητα και αναχωρούσαν με τα πόδια.

Περνούσανε από Αθήνα και όλοι ανηφόριζαν για Λάρισα. Ο Ευτύχιος Γιαρένης ήταν βουλευτής της ΕΔΑ. Επισκέφτηκε το κολαστήριο  αυτό των ψυχών δυο φορές. Την πρώτη φορά το 1923 ως πρόσφυγας που τον πήγαν εκεί να τον «απολυμάνουν» και τη δεύτερη φορά ως πολιτικός κρατούμενος για να τον «σωφρονίσουν». Τα βιώματα της τραυματικής επίσκεψης του σαν πρόσφυγας τα περιγράφει στο βιβλίο του που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1993 με τίτλο «Αυτούς που δέρνει ο άνεμος».

Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

«… Οι μαούνες, μία-μία φόρτωναν και ξεφόρτωναν και ξαναγύριζαν πίσω να επαναλαμβάνουν το ίδιο μέχρι αργά το βράδυ. Μα ποιό μέρος είναι αυτό, πώς το λέγανε; Δεν είχε ούτε ένα σπίτι, δεν είχε ούτε λίγο νερό να πιουν, να πλυθούν, να ξεβρομίσουν, ένα δένδρο, λίγη βλάστηση; 

Κράτα την αναπνοή σου, αγαπημένε μου αναγνώστη, κρατήσου καλά μην πέσεις, γιατί θα ακούσεις το φρικτό όνομα του τόπου αυτού, της γης αυτής, θα κρύψεις το πρόσωπό σου από ντροπή, διότι βρέθηκαν συνάνθρωποί σου να σκεφθούν να διαλέξουν τον τόπο αυτό για τα ξενιτεμένα τους αδέλφια, που τ’ όνειρό τους ήταν, αιώνες τώρα, πώς να έρθουν στη μάνα πατρίδα! «Φτού σου, άνθρωπε, και πάλι». 

Χάθηκε τόσος τόπος, να βρεθεί μια άκρη, μια γωνιά σ’ ολόκληρη τη χώρα, που να έχει, αν όχι τίποτε άλλο,τουλάχιστον νερό! Να ξεδιψάσουν αυτοί,να βρέξουν και τα φλογισμένα απ’ τον πυρετό χείλη των αρρώστων! Κράτα την αναπνοή σου για να ακούσεις. Στηρίξου κάπου να μην πέσεις! Μακρόνησος.

Έτσι λεγόταν ο τόπος, που πρωτόρθαμε στη μάνα γη. Μακρόνησος είναι το όνομα, που θυμίζει φρίκη και ντροπή.

Γιατί μας φέρανε σ’ αυτό τον «τρισκατάρατο» τόπο; Ποιά εγκληματικά μυαλά το απεφάσισαν; Πουθενά, πουθενά δεν αναφέρεται, ότι εκεί πήγαν και πολλούς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, για εξόντωση. Αυτό ας είναι μια μαρτυρία για αυτούς, που θα γράψουν τη μελλοντική ιστορία. Ας μην κρύψει κανένας τη ντροπή εκείνη…».

 

* Η Παναγιώτα Ιωακειμίδου είναι φιλόλογος και δασκάλα  ποντιακής διαλέκτου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας