Παλιόσπιτο που με ένα μικρό σεισμό θα καταρρεύσει. Το θέμα είναι αν η περιοχή και ο δήμος πρέπει να αφήσουν αυτό το …ερείπιο να καταρρεύσει.
Κάποιος έμεινε εκεί μέσα και ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ο Κώστας Βάρναλης που έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν.

Και το σπίτι που έμεινε στην Κερατέα καταρρέει!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Βουλγαρίας, αν και σε ορισμένες πηγές ως έτος γέννησής του αναφέρεται το 1883 και αλλού το 1881. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Βάρνα, ήταν τσαγκάρης και λεγόταν Γιαννάκος. Η μάνα του καταγόταν από την Αχελώ (Αγχίαλο) και λεγόταν Αλίσαβα (Ελισάβετ). Για τον τόπο καταγωγής του ο Βάρναλης αναφέρει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που φανερώνει τον εθνικιστικό μεγαλοϊδεατισμό της παπαρρηγοπούλειας ελληνικής διανόησης. «Γεννήθηκα – γράφει – στον Πύργο της Βουλγαρίας. Βουλγαρίας! Πώς να μη θυμηθώ το μακαρίτη Παύλο Καρολίδη, καθηγητή της Ιστορίας στο ελληνικό Πανεπιστήμιο; Φοιτητής εγώ του έδωσα να μου υπογράψει τις αποδείξεις ακροάσεων για να δώσω τις γενικές μου εξετάσεις. Εγραψα σ’ αυτές τις αποδείξεις: «Ο φοιτητής της φιλοσοφικής σχολής Βάρναλης Κωνσταντίνος του Ιωάννου, εκ Πύργου Βουλγαρίας κτλ.». Μόλις ο Καρολίδης διάβασε «εκ Πύργου Βουλγαρίας» μου έδωσε πίσω τις αποδείξεις χωρίς να τις υπογράψει. Και μ’ ένα αγαθό και ειρωνικό μαζί χαμόγελο μου είπε: «Δεν είναι Πύργος της Βουλγαρίας!». Ετσι αναγκάστηκα να διορθώσω το σφάλμα μου και να γράψω «εκ Πύργου της Βορείου Θράκης». Αυτό το ασήμαντο επεισόδιο δείχνει τη νοοτροπία της γενιάς του 1905. Ενας σοφός καθηγητής της ιστορίας ήτανε τόσο σοβινιστής, που να θεωρεί τις λέξεις και τους τύπους ανώτερους από τις ιστορικές πραγματικότητες».

1934. Η δημοσιογραφική του ταυτότητα

Στα 1898 ο Βάρναλης τελείωσε την έβδομη τάξη της «Αστικής Σχολής Πύργου» και συνέχισε τις σπουδές του στα Ζαφείρια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης. «Αμα τελείωσα τα Ζαφείρια – γράφει ο ίδιος – παιδί αμούστακο δεκαοχτώ χρονώ, διορίστηκα δάσκαλος στο σκολειό του Πύργου με μισθό 600 λέβια το χρόνο, ήγουν με 1,70 μεροκάματο!… Δεν πρόφτασα όμως να εξασκήσω τα υψηλά μου διδασκαλικά καθήκοντα. Και σ’ αυτήν την περίσταση η Μοίρα μου με κυνήγησε. Ενα κυριακάτικο απομεσήμερο λαβαίνω κάποιο συστημένο γράμμα από την κοινότητα της Βάρνας γεμάτο σφραγίδες κι επισημότητες και με την αντρέσσα γραμμένην ελληνικά… Το ανοίγω και διαβάζω πως η κοινότητα της Βάρνας το θεωρούσε τιμή της, «ότι εν των τέκνων αυτής ηρίστευσεν εις εγκυκλίους σπουδάς του» και μου προτείνει να με στείλει να σπουδάσω εις το «Αθήνησι Πανεπιστήμιον» από το κληροδότημα του Βαρναίου Νικολάου Παρασκευά Φιλολογίαν ή …Θεολογίαν. Μα γιατί η κοινότητα της Βάρνας με θεωρούσε «τέκνον» της. Επειδή ο πατέρας μου ήταν από τη Βάρνα. Το επίθετο Βάρναλης θα πει Βαρναίος. Δέχτηκα να σπουδάσω φιλολογία με την κρυφή χαρά πως θα επισκεπτόμουνα τη χώρα των ονείρων μου, την Ελλάδα. Τη χώρα του αρχαίου μεγαλείου, της Σοφίας, της Ομορφιάς και της Ελευθερίας!».

Στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ο Βάρναλης θα γραφεί το 1903 και θα αποφοιτήσει το 1908. Από την ίδια σχολή ανακηρύχτηκε και διδάκτωρ. Στα 1909 πρωτοδιορίστηκε ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα και κατόπιν υπηρέτησε ως σχολάρχης στην Αργαλαστή, στα Μέγαρα και στην Κερατεά.