Μια ιστορία δίχως τέλος, … και μια εναλλακτική προσέγγιση
Τo 2003 ψηφίζεται ο νόμος που χωροθετεί τους τρεις ΟΕΔΑ (Ολοκληρωμένες Εγκαταστάσεις Διαχείρισης Αποβλήτων) στις περιοχές Φυλή, Γραμματικό και Κερατέα υπό την πίεση των Ολυμπιακών Αγώνων. Το 2004, μετά την αλλαγή κυβέρνησης, δεσμεύεται το ΥΠΕΧΩΔΕ στην Ευρωπαϊκή Ενωση ότι θα εφαρμόσει τον νόμο.
Από το 2003 μέχρι και το 2008 έχουμε συνεχείς προσφυγές των κατοίκων και των φορέων της περιοχής κατά της χωροθέτησης σε όλα τα δυνατά επίπεδα.
Τον Μάιο 2005 δημοπρατούνται τα έργα και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ολοκληρώνονται οι διαδικασίες υποβολής προσφορών. Το τοπίο ξεκαθαρίζει το 2007, οπότε και αναδεικνύονται οι ανάδοχοι των έργων Γραμματικού, Κερατέας και Φυλής.
Από το 2003 έως και το 2008 κάτοικοι και φορείς προσφεύγουν διαδοχικά στο ΣτΕ προκειμένου να ακυρωθεί το έργο.
Σε ομόφωνα ψηφίσματά της η νομαρχία σημειώνει ότι η Αν. Αττική θα υποδεχτεί 445.000 τόνους απορριμμάτων ανά έτος, ενώ «παράγει» μόνο 146.000 τόνους. Η λύση που προτείνει είναι η εφαρμογή της μελέτης του καθηγητή Αλ. Οικονομόπουλου του Πολυτεχνείου Κρήτης που προβλέπει τη μεταφορά των ΧΥΤΑ στη Ριτσώνα.
Το 2007 το ΣτΕ εκδίδει διαδοχικά απορριπτικές των προσφυγών αποφάσεις για Φυλή, Γραμματικό και Κερατέα. Σύμφωνα με τον περιφερειακό σχεδιασμό, οι ολοκληρωμένες εγκαταστάσεις Διαχείρισης Απορριμμάτων σε Κερατέα και Γραμματικό περιλαμβάνουν (για κάθε μία ξεχωριστά) μία μονάδα βιολογικής ξήρανσης για τη διαχείριση 127.500 τόνων ετησίως, ένα Κέντρο Διαλογής Απορριμμάτων και Υπολειμμάτων δυναμικότητας 72.500 τόνων και μία μονάδα κομποστοποίησης προδιαλεγμένων οργανικών υλικών.

Χωροθέτηση ΧΥΤΑ: Την λύση ας δώσει η αγορά
Η χωροθέτηση των ΧΥΤΑ είναι ίσως το πεδίο πολιτικής που το κράτος δρα ασκώντας την πλέον άδικη πολιτική αναδιανομής. «Αναδιανομής», εν τη ευρεία έννοια.
Πρόκειται για αναδιανομή ευημερίας, η οποία γίνεται με βάση καθαρά τους αριθμητικούς συσχετισμούς και με κριτήριο το πολιτικό κόστος/κέρδος: Οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων (οι πολλοί) αυξάνουν κατά τι την ευημερία τους καθώς απαλλάσσονται από τα σκουπίδια τους χωρίς να πληρώνουν το κόστος που αυτό συνεπάγεται, κόστος το οποίο πέφτει βαρύτατο στους ολιγάριθμους κατοίκους των χώρων υποδοχής των σκουπιδιών. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλο πεδίο στο οποίο μια πλειοψηφία να βλάπτει τόσο άμεσα και κατάφωρα μια μειοψηφία, με τις ευλογίες και την εγγύηση του κράτους.
Θεωρώ δικαιότερο το ζήτημα να λύνονταν στη βάση μιας εθελοντικής συμφωνίας μεταξύ αυτών που παρέχουν την υπηρεσία (υποδέχονται τα σκουπίδια) και αυτών που την απολαμβάνουν (απαλλάσσονται από τα σκουπίδια). Και ο μόνος τρόπος για να υπάρξει εθελοντική συμφωνία είναι να καταβληθεί το κόστος των εξωτερικοτήτων σε αυτούς που θα τις υποστούν.
Σκέφτομαι λοιπόν ότι θα έπρεπε ο κάθε δήμος που έχει έναν όγκο σκουπιδιών για απόρριψη να προκηρύξει δημοπρασία προς άλλους ενδιαφερόμενους δήμους οι οποίοι διαθέτουν τους χώρους για να υποδεχθούν τα σκουπίδια τους. Είμαι βέβαιος ότι υπάρχει κάποια τιμή στην οποία η υποδοχή σκουπιδιών καθίσταται συμφέρουσα για τους δήμους που θα τα υποδεχθούν (π.χ. γιατί είναι τόσο υψηλή που συνεπάγεται ένα άμεσο εισόδημα €3.000 μηνιαίως για κάθε δημότη). Επαφίεται σε κάθε δήμο υποδοχής να καθορίσει το ποσό που θεωρεί δίκαιο, και τον τρόπο που θα το μοιράσει (π.χ. μπορεί να το μοιράσει σε ίσα μερίδια, ή αντιστρόφως ανάλογα με το τετράγωνο της απόστασης από τον ΧΥΤΑ, ή με βάση κάποια μεικτή εξίσωση – θα τα βρουν).
Φυσικά, αν μια τέτοια «αγορά» ωριμάσει, θα μπορέσουν να αρχίσουν να εμφανίζονται πιο «σύνθετες» πολιτικές κοστολόγησης της υποδοχής σκουπιδιών, π.χ. ανάλογα με την σύσταση, την διακύμανση του όγκου κλπ. Αν δε ο δήμος υποδοχής έχει την ευθύνη να κατασκευάσει τον ΧΥΤΑ και να τον λειτουργεί, θα μπορέσει να εξειδικεύσει τις παρεχόμενες υπηρεσίες – π.χ. να δημιουργήσει υποδομή για να υποδέχεται απόβλητα νοσοκομείων – και να διαφοροποιήσει την λειτουργία του δημιουργώντας υποδομή διαλογής, ανακύκλωσης κλπ.
Από την άλλη, ο δήμος που απορρίπτει σκουπίδια, επωμιζόμενος το πραγματικό κόστος που συνεπάγεται η «παραγωγή» σκουπιδιών, αφενός θα το μεταφέρει στους δημότες του όπως είναι δίκαιο, αφετέρου θα ενεργοποιηθεί προκειμένου να εφαρμόσει πολιτικές που θα μειώσουν αυτό το κόστος. Θα μπορεί να χρεώνει τους δημότες με βάση το βάρος ή/και τον όγκο των απορριμμάτων, με βάση την σύσταση (άλλη χρέωση για τα «μεικτά» σκουπίδια, άλλα για τα διαχωρισμένα κλπ). Λογικά, θα εφαρμόσει πολιτικές ανακύκλωσης.
Τέλος οι πολίτες, υφιστάμενοι το κόστος των σκουπιδιών που παράγουν θα βάλουν και αυτόν τον παράγοντα στην εξίσωση του κόστους όταν αγοράζουν κάτι. Είναι η συσκευασία του από ανακυκλώσιμο υλικό? Η χρήση του θα δημιουργήσει/αφήσει πολλά σκουπίδια? Αν οι καταναλωτές ευαισθητοποιηθούν, οι ίδιες οι εταιρείες που παράγουν θα φροντίσουν να είναι πιο προσεκτικές σε τέτοια ζητήματα και θα σχεδιάζουν προϊόντα που αφήνουν λιγότερα σκουπίδια.
Ας συγκρίνουμε το παραπάνω σενάριο με την σημερινή κατάσταση: Μιας και αυτοί που παράγουν τα σκουπίδια δεν χρεώνονται με το κόστος που αυτό συνεπάγεται, ουσιαστικά επιδοτούνται προκειμένου να παράξουν περισσότερα. Και τελικά την πληρώνουν άνθρωποι που δεν φταίνε.
Είναι νομίζω καιρός να δούμε να δημιουργείται μια «αγορά» διαχείρισης σκουπιδιών. Είναι δίκαιο, και μπορεί να κάνει τους ΧΥΤΑ, από απειλή -σήμερα- για τους περιαστικούς δήμους, ευκαιρία.

πηγή 2